Χρόνος ανάγνωσης: 15 λεπτά
ΟΑΔΕΡΦΟΥΛΗΣ ΠΗΡΕ ΤΗΝ ΑΔΕΡΦΟΥΛΑ ΤΟΥ από το χέρι και είπε: “ Από τότε που πέθανε η μανού λα μας, δεν είδαμε άσπρη μέρα. Η μητριά μας μας δέρ νει κάθε μέρα, κι όταν την πλησιάζουμε, μας κλωτσάει μακριά της. Μας ταΐζει με τα ξερά ψωμιά που περισ σεύουν ακόμα και το σκυλί κάτω απ‘ το τραπέζι περ νάει καλύτερα: πότε πότε τού πετάει κανένα καλό μεζε δάκι. Δόξα τω Θεώ που η καημένη η μανούλα μας δεν τα βλέπει όλα αυτά! Έλα, θα φύγουμε μαζί και θα πάμε στα πέρατα του κόσμου». Όλη μέρα περπατούσαν. Πέ ρασαν λιβάδια, χωράφια, βράχια. Κι όταν έπιασε βρο χή, η αδερφούλα είπε: “ Ο Θεός κλαίει μαζί με τις καρ διές μας!» Το βράδυ έφτασαν σ‘ ένα μεγάλο δάσος και ήταν τόσο κουρασμένα και τα δυο απ‘ τη στενοχώρια τους, απ‘ την πείνα κι απ‘ το περπάτημα, που τρύπωσαν στην κουφάλα ενός δέντρου κι αποκοιμήθηκαν.
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ξύπνησαν, ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό κι έστελνε ζεστές τις ακτίνες του μέσα στην κουφάλα του δέντρου. Ο αδερφούλης τότε είπε: «Αδερφούλα μου, διψάω. Ας έβρισκα, Θεούλη μου, μια πηγή να δροσιστώ. Γιά στάσου, όμως… Μου φαίνεται πως ακούω νεράκι να κελαρύζει». Και μ‘ αυτά τα λόγια σηκώθηκε, πήρε πάλι την αδερφούλα του από το χέρι και βάλθηκαν να ψάχνουν την πηγή. Αλλά η κα κιά μητριά τους ήταν μάγισσα. Είχε δει τα δυο παιδιά να φεύγουν, τα είχε ακολουθήσει στα κρυφά, όπως κάνουν οι μάγισσες, κι είχε μαγέψει όλες τις πηγές του δάσους. Μόλις τα δυο αδέρφια βρήκαν την πηγή, που τα γάρ γαρα νερά της ανάβλυζαν ανάμεσα στις πέτρες, ο αδερφούλης έσκυψε να πιει. Η αδερφούλα όμως άκουσε τα νερά να λένε κελαρύζοντας: «Όποιος τα νερά μου πιει, άγριος τίγρης θα γενεί.
Όποιος τα νερά μου πιει, άγριος τίγρης θα γενεί». Τότε βιάστηκε να σταματήσει τον αδερφό της: «Σε παρακαλώ, αδερφούλη μου, μην πιεις. Αν ξεδιψάσεις εδω τη δίψα σου, θηρίο άγριο θα γίνεις και θα με κατα σπαράξεις „. Ο αδερφούλης, λοιπόν, δεν ήπιε, μ‘ όλο που δίψα μεγάλη τον βασάνιζε. «Θα περιμένω μέχρι να βρούμε μιαν άλλη πηγή», είπε. Όταν όμως έφτασαν στην επόμενη πηγή, η αδερφούλα άκουσε τα νερά της να λένε: «Όποιος τα νερά μου πιει, άγριος λύκος θα γενεί. Όποιος τα νερά μου πιει, άγριος λύκος θα γενεί». Βιάστηκε τότε η αδερφούλα να εμποδίσει τον αδερ φούλη της: «Μην πιεις, αδερφούλη μου, μην πιεις. Γιατί λύκος φοβερός θα γίνεις και θα με φας». Και πάλι ο αδερφούλης δεν ήπιε, παρά είπε: “ Θα περιμένω, μέ χρι να βρούμε την επόμενη πηγή. Εκεί όμως θα πιω, ό,τι κι αν λες. Γιατί η δίψα μου είναι μεγάλη „. Κι όταν έφτασαν στην τρίτη πηγή, η αδερφούλα την άκουσε να μιλάει κι αυτή μ‘ ανθρώπινη λαλιά και να λέει: «Όποιος τα νερά μου πιει, ελαφάκι θα γενεί.
Όποιος τα νερά μου πιει, ελαφάκι θα γενεί». Και το κοριτσάκι είπε: «Αχ, αδερφούλη μου, σε πα ρακαλώ μην πιεις. Γιατί θα γίνεις ελαφάκι και θα τρέξεις, θα μου φύγεις». Ο αδερφός της όμως είχε κιόλας γονα τίσει πλάι στην πηγή, είχε σκύψει πάνω απ‘ τα νερά της κι έπινε να σβήσει τη δίψα του. Μόλις όμως οι πρώτες σταγόνες άγγιξαν τα χείλια του άλλαξε κι έγινε ελάφι. Έβαλε τα κλάματα η αδερφούλα για τον καημένο τον μαγεμένο αδερφούλη της. Και το ελαφάκι κάθισε πλάι της κι έκλαιγε κι αυτό μαζί της. Τέλος το κορίτσι σταμά τησε τα κλάματα και είπε: “ Ησύχασε, αγαπημένο μου ελαφάκι, κι εγώ ποτέ δεν θα σ‘ εγκαταλείψω». Έβγαλε τη χρυσή της καλτσοδέτα, την πέρασε στο λαιμό τού ελαφιού κι έδεσε πάνω της ένα μαλακό σκοινί, που το έπλεξε με χόρτα. Κρατώντας το σκοινί έσερνε πίσω της το ελαφάκι. Κι έτσι προχωρούσε όλο και πιο βα θιά μέσα στο δάσος.
Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι έφτασαν κάποτε σ‘ ένα μικρό σπιτάκι. Το κορίτσι έριξε μια ματιά μέσα, είδε πως ήταν άδειο και σκέφτηκε: “ Εδώ μπορούμε να σταματήσουμε και να μείνουμε». Μάζεψε φύλλα και χόρτα ξερά, έφτιαξε ένα μαλακό γιατάκι για το ελάφι, και κάθε πρωί έβγαινε και μάζευε ρίζες και βατόμουρα και καρύδια για τον εαυτό της, και φρέσκο, δροσερό χορτάρι για το ελαφάκι της, που ερχόταν να φάει μέσα απ‘ τη χούφτα της κι έπαιζε μαζί της και χοροπηδούσε ευχα ριστημένο. Κάθε βράδυ, κουρασμένη η μικρή έλεγε την προ σευχή της και πλάγιαζε το κεφαλάκι της στη ζεστή ράχη του ελαφιού. Αυτό ήταν το μαξιλάρι της κι εκεί κοιμόταν ύπνο γλυκό και ήσυχο. Κι αν μπορούσε να ξαναπάρει ο αδερφούλης της την ανθρώπινη μορφή του, όλα θα ήταν ωραία και καλά.
Έτσι πέρασε κάμποσος καιρός και τα δυο αδερφάκια ζούσαν ολομόναχα μέσα στην καρδιά του δάσους. Μα έτυχε κάποτε κι ο βασιλιάς της χώρας βγήκε για κυνήγι, κι όλο το δάσος βούιξε απ‘ τα βούκινα κι απ‘ τα γαβγί σματα των σκύλων κι απ τις χαρούμενες φωνές των κυ νηγών. Το ελαφάκι τ άκουσε και πολύ θά ‚θελε να πά ρει κι αυτό μέρος στη γιορτή του κυνηγιού. “ Αχ, σε πα ρακαλώ», έλεγε και ξανάλεγε στην αδερφούλα του, “ άσε με να πάω, δεν αντέχω άλλο εδώ». Και δεν έλεγε να σταματήσει τα παρακάλια, ώσπου εκείνη τελικά υπο χώρησε. “ Κοίτα όμως το βράδυ να γυρίσεις πίσω», του είπε. «Θά ‚χω κλειδωμένη την πορτούλα μου, γιατί οι κυνηγοί είναι κακοί. Για να σε γνωρίσω, χτύπα την πόρτα και πες μου: Αδερφούλα, αδερφούλα, άνοιξε μου την πορχούλα.
Αλλιώς δεν θ‘ ανοίξω „. Τρέχοντας έφυγε το ελαφάκι. Κι απ τη χαρά του χοροπηδούσε μέσα στα μονοπάτια του δάσους και δια σκέδαζε με την ελευθερία του. Ο βασιλιάς κι οι κυνηγοί του είδαν το όμορφο ζώο και βάλθηκαν να το κυνηγούν, μα δεν μπορούσαν να το πιάσουν. Εκεί που νόμιζαν ότι το κρατούσαν, αυτό πηδούσε πάνω απ‘ τους θάμνους και χανόταν απ τα μάτια τους. Όταν σκοτείνιασε, γύρισε στο μικρό σπιτάκι, στην καρδιά του δάσους, και χτύ πησε την πόρτα: «Αδερφούλα, αδερφούλα, άνοιξε μου την πορτούλα». Αμέσως άνοιξε η πόρτα κι εκείνο τρύπωσε μέσα και κοιμήθηκε όλη νύχτα στο μαλακό του κρεβατάκι. Την άλλη μέρα το πρωί το κυνήγι ξανάρχισε. Το ελαφάκι ά κουγε τα βούκινα και τις φωνές των κυνηγών και δεν μπορούσε με τίποτα να ησυχάσει. “ Άνοιξε μου, αδερ φούλα μου, να βγω έξω!», άρχισε πάλι τα παρακάλια.
Και το κορίτσι τού άνοιξε την πόρτα και του είπε: «Μην αργήσεις το βράδυ. Και μην ξεχάσεις να μου πεις τα λό για που πρέπει, για να σε γνωρίσω». Μόλις φάνηκε το ελάφι με το χρυσό περιλαίμιο, ο βα σιλιάς κι οι κυνηγοί του άρχισαν να το κυνηγούν όλοι μαζί. Εκείνο όμως, γοργοπόδαρο και φτερωτό σαν τον άνεμο? τους ξέφευγε. Όλη μέρα προσπαθούσαν να το πιάσουν κι όλη μέρα τούς ξέφευγε. Και μόνον όταν άρχισε πια να βραδιάζει, μπόρεσαν να το στριμώξουν και λίγο έλει ψε να το πιάσουν. Ένας μάλιστα το χτύπησε στο πόδι. Κουτσαίνοντας κατάφερε να ξεφύγει το ελάφι και σιγά σιγά να γυρίσει στο σπιτάκι του. Αλλά κάποιος το πήρε από πίσω, στα κρυφά, και το παραμόνεψε ώσπου έφτα σε στην πόρτα και τη χτύπησε και είπε: «Αδερφούλα, αδερφούλα, άνοιξε μου την πορτούλα».
Και είδε ο κυνηγός την πόρτα ν‘ ανοίγει και να κλεί νει πάλι, πίσω απ‘ το ελάφι. Αμέσως τα σημείωσε όλα καλά μέσα στο μυαλό του. Και μια και δυο πάει την αλ λη μέρα στο βασιλιά και του τα λέει χαρτί και καλαμάρι. Ο βασιλιάς τότε λέει στους κυνηγούς του: «Αύριο θα κυνηγήσουμε πάλι». Το κορίτσι όμως τρόμαξε σαν ειδε ότι το ελαφάκι γύρισε πληγωμένο. Του έπλυνε το αίμα απ την πληγή, την έδεσε με βότανα και είπε: «Άντε να κοιμηθείς τώρα, αγαπημένο μου ελαφάκι, για να γιάνει η λαβωματιά σου και να γίνεις καλά». Η πληγή όμως ήταν τόσο μικρή που την άλλη μέρα το πρωί το ελαφάκι την είχε κιόλας ξεχάσει. Κι όταν άκουσε πάλι τις φωνές και τα γέλια των κυνηγών, άρχισε ξανά τα παρακάλια: «Δεν αντέχω, αδερφούλα, άσε με να πάω κι εγώ. Σου δίνω το λόγο μου: κανείς δεν θα με πιάσει! “ Η αδερφούλα του όμως αρνήθηκε με κλάματα και του είπε: “ Θα σε σκοτοοσουν και τότε θ‘ απομείνω μόνη μου εδώ στο δάσος, μόνη κι ολομόναχη. Δεν σ‘ αφήνω „. — “ Ε, τότε κι εγώ θα πεθάνω απ‘ τη στεναχώρια μου», αποκρίθηκε το ελα φάκι. «Έτσι που ακούω τα βούκινα των κυνηγών, ησυ χία δεν έχω!» Τι να κάνει το κορίτσι; Με βαριά καρδιά του άνοιξε την πόρτα και το ελάφι όρμησε αμέσως έξω, χοροπηδώντας χαρούμενο. Μόλις το είδε ο βασιλιάς, γύ ρισε και είπε στους κυνηγούς του: «Κυνηγήστε το όλη μέρα, μέχρι να βραδιάσει. Προσέξτε όμως! Κανείς σας να μην το λαβώσει!» Κι όταν βασίλεψε ο ήλιος, είπε ο βασιλιάς στον κυνηγό: “ Έλα τώρα και δείξε μου το σπιτάκι στην καρδιά του δάσους». Κι όταν έφτασαν, χτύπησε ο βασιλιάς την πόρτα και φώναξε: «Αδερφούλα, αδερφούλα, άνοιξε μου την πορτούλα».
Η πόρτα άνοιξε μεμιάς κι ο βασιλιάς μπήκε μέσα κι είδε μπροστά του ένα κορίτσι, που ομορφότερο δεν είχε δει ποτέ του. Εκείνη τρόμαξε, που αντί για το ελαφάκι της μπήκε μέσα ένας άντρας, με χρυσή κορόνα στο κεφά λι του. Ο βασιλιάς όμως την κοίταξε με τόση ευγένεια και καλοσύνη, της έδωσε το χέρι του και της είπε: «Θέ λεις νά ‚ρθεις μαζί μου, στο παλάτι μου, και να γίνεις η γυναίκα κι η βασίλισσα μου;» — “ Αχ, ναι». αποκρί θηκε το κορίτσι. «Αλλά το ελάφι πρέπει νά ‚ρθει μαζί μου κι αυτό. Δεν μπορώ να φύγω και να τ‘ αφήσω». Κι ο βασιλιάς το δέχτηκε: “ Ας έρθει κι ας μείνει μαζί σου, ώς τα βαθιά σου γεράματα. Και τίποτα δεν θα του λεί πει!» Την ίδια στιγμή το ελαφάκι γύρισε και μ‘ ένα πήδημα μπήκε μέσα. Η αδερφούλα του το έδεσε πάλι με το πλεχτό σκοινί απ‘ το χρυσό του περιλαίμιο και κρα τώντας η ίδια το χορταρένιο σκοινί στο χέρι της βγήκε απ‘ το μικρό σπιτάκι, στην καρδιά του δάσους.
Ο βασιλιάς πήρε το όμορφο κορίτσι στο άλογο του και το οδήγησε στο παλάτι του, όπου έκαναν το γάμο τους, όλο μεγαλοπρέπεια. Εκείνη έγινε βασίλισσα. Κι έ τσι έζησαν μαζί ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια. Το ελαφάκι περνούσε κι εκείνο μια χαρά, έτρωγε κι έπι νε και χοροπηδούσε χαρούμενο στους κήπους του πα λατιού. Η κακιά μητριά όμως, που εξαιτίας της είχαν φύγει τα δυο αδερφάκια απ‘ το σπίτι τους, νόμιζε ότι το κορι τσάκι το είχαν φάει τα άγρια θηρία του δάσους, κι ότι το ελαφάκι το είχαν σκοτώσει οι κυνηγοί. Όταν άκουσε τώρα ότι ήταν τόσο ευτυχισμένα και τα δυο τους, κι ότι περνούσαν ζωή χαρισάμενη, η ζήλια και ο φθόνος τρύ πωσαν μέσα στην καρδιά της και δεν την άφηναν στιγμή σε ησυχία. Κι άλλη σκέψη δεν είχε, παρά μονάχα να τους κάνει πάλι κακό. Η πραγματική της κόρη, που ήταν άσχημη σαν της νύχτας το σκοτάδι κι είχε ένα μάτι αντί για δυο, της παραπονιόταν και της έλεγε: “ Εγώ έπρε πε να γίνω βασίλισσα, σ‘ εμένα θά ‚πρεπε μια τέτοια τύχη!» — «Σώπα, σώπα», την παρηγορούσε η γριά.
«Κι όταν θά ‚ρθει η ώρα, ξέρω εγώ τι θα κάνω». Κι όταν ήρθε η ώρα, η βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα όμορφο αγοράκι. Ο βασιλιάς έλειπε πάλι στο κυνήγι. Τότε η γριά μάγισσα πήρε τη μορφή της βάγιας, μπήκε στην κάμαρα, όπου ήταν ξαπλωμένη η βασίλισσα, και της είπε: «Ελάτε, το μπάνιο σας είναι έτοιμο. Θα σας κάνει καλό, θα σας ξαναδώσει τις δυνάμεις σας. Ελάτε γρήγορα, πριν κρυώσει το νερό». Η θυγατέρα της τη βοήθησε να μεταφέρουν κι οι δυο μαζί την ανήμπορη βα σίλισσα στο λουτρό. Εκεί την πέταξαν μέσα στον κάδο και έφυγαν κλειδώνοντας πίσω τους την πόρτα. Πριν φύγουν όμως άναψαν έξω απ το λουτρό μια τόσο δυνα τή φωτιά που η καημένη η βασίλισσα δεν άργησε να πνιγεί απ τους καπνούς και τη ζέστη.
Όταν τέλειωσαν, η γριά μάγισσα στόλισε την κόρη της, της φόρεσε κι ένα δαντελένιο σκουφάκι και την έβα λε να ξαπλώσει στο κρεβάτι της βασίλισσας. Και με τα μαγικά της κατάφερε να την κάνει ίδια με τη βασίλισ σα στην όψη. Μόνο το χαμένο μάτι δεν μπορούσε να της ξαναδώσει. Και για να μην το καταλάβει ο βασιλιάς, της είπε να πλαγιάσει απ το πλευρό που δεν είχε μάτι, για να μη φαίνεται. Το βράδυ, που γύρισε εκείνος από το κυνήγι κι άκουσε ότι είχε αποκτήσει γιο, κόντεψε να τρελαθεί απ‘ τη χαρά του κι αμέσως έτρεξε στη γυναί κα του, να δει πώς ήταν. Η γριά μάγισσα όμως τον στα μάτησε: “ Μην ανοίγετε τα παράθυρα, μην τραβάτε τις κουρτίνες, το φως δεν κάνει ακόμα ν‘ αγγίξει τα μάτια της βασίλισσας. Αφήστε τη να ησυχάσει». Κι ο βασι λιάς βγήκε, χωρίς να καταλάβει ότι μια ψεύτικη βασί λισσα είχε πάρει τη θέση της αγαπημένης του.
Τα μεσάνυχτα όμως, όταν όλοι κοιμόντουσαν, η πα ραμάνα, που ξαγρυπνούσε πλάι στην κούνια του μω ρού, είδε την πόρτα ν‘ ανοίγει: και η αληθινή βασίλισσα μπήκε μέσα. Σήκωσε το μωρό στην αγκαλιά της και τού ‚δωσε το στήθος της να χορτάσει. Ύστερα τον ‚στρωσε καθαρά την κούνια του, τό ‚βαλε για ύπνο και το σκέ πασε τρυφερά με το παπλωματάκι του. Ούτε το ελαφάκι το ξέχασε: πήγε στη γωνιά όπου ήταν ξαπλωμένο και το χάιδεψε απαλά στην πλάτη. Κι έπειτα βγήκε, δίχως να πει λέξη. Την άλλη μέρα το πρωί η παραμάνα ρώτησε τους σκοπούς αν είχαν δει κανέναν να μπαίνει στο παλάτι. Εκείνοι όμως απάντησαν: «Όχι, δεν είδαμε κανέναν». Έτσι συνέχισε να έρχεται η αληθινή βασίλισσα νύχτες πολ λές, αμίλητη. Κι η παραμάνα την έβλεπε, αλλά δεν τολ μούσε να πει τίποτα σε κανέναν. Μετά από κάμπ3σο και ρό η βασίλισσα άρχισε να μιλάει και να λέει τις νύχτες: «Τι κάνει το παιδάκι μου;
Τι κάνει το ελαφάκι μου; ‚Αλλες δυο φορές θα ρθώ, κι ύστερα θε να χαθώ». Η παραμάνα δεν της αποκρίθηκε. Το πρωί όμως πήγε στο βασιλιά και του τα είπε όλα. “ Θεέ μου!», φώναξε εκείνος. “ Τι είναι τούτο πάλι; Απόψε τη νύχτα θα ξα γρυπνήσω κι εγώ πλάι στην κούνια του παιδιού». Το βράδυ πήγε στο δωμάτιο του μωρού και πράγματι, τα μεσάνυχτα, παρουσιάστηκε πάλι η βασίλισσα και είπε: «Τι κάνει το παιδάκι μου; Τι κάνει το ελαφάκι μου; ‚Αλλη μια φορά θα ‚ρθώ, κι ύστερα πια θα χαθώ». Και όπως έκανε πάντα, πήρε το μωρό στην αγκαλιά της, του έδωσε το στήθος της να χορτάσει, τ άφησε πάλι στην κούνια του κι έφυγε. Ο βασιλιάς δεν τόλμησε να της μιλήσει, αλλά αποφάσισε να την περιμένει και την επό μενη νύχτα. Κι εκείνη ήρθε ξανά και είπε: «Τι κάνει το παιδάκι μου;
Τι κάνει το ελαφάκι μου; Τούτη τη φορά είμαι εδώ, κι άλλο δεν θα ξαναρθώ». Ο βασιλιάς τότε δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Με μια δρασκελιά έφτασε κοντά της και της είπε: «Δεν μπο ρεί να είσαι άλλη από την αγαπημένη μου γυναίκα». «Ναι», αποκρίθηκε εκείνη. “ Εγώ είμαι η αγαπημένη σου γυναίκα». Και από θαύμα Θεού η ζωή ξαναγύρισε μέσα της, ρόδινη φρεσκάδα στόλισε ξανά τα μάγουλα της.

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 450 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, UA, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, RO, HU, DA, FI, SE, BG |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 32,7 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 13.453 |
| Αριθμός γραμμάτων | 10.465 |
| Αριθμός ποινών | 157 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 2.448 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 15,59 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 419 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 17,1% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,341 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,814 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 96,5 |
| Άπαξ λεγόμενα | 561 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,28 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 14,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 27,4 |
| Αριθμός συλλαβών | 4.529 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,85 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 568 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 23,2% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 27,1% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 2,21 |
| Συνδετικές λέξεις | 133 |
| Αναφορική συνοχή | 0,023 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Αδερφούλα (5), Όποιος (3), Μην (3) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | κανένα |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |
















