Χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά
λιάρης ο Θάνατος και του είπε: «Πά(ε εμένα να σου βαφτίσω το μωρό σου». — «Και ποιος είσαι συ;», ρώ τησε ο άνθρωπος. «Είμαι ο Θάνατος. Κι όλοι είναι ίσοι μπροστά μου». Ο φτωχός τότε αποκρίθηκε: «Εσύ είσαι δίκαιος με όλους. παίρνεις και τους φτωχούς και τους πλούσιους, χωρίς να κάνεις διακρίσεις. Εσύ θα γί νεις νονός του παιδιού μου». Κι ο Θάνατος του είπε: “ Θα κάνω το γιο σου πλούσιο και ξακουστό. Γιατί όποιος έχει εμένα φίλο και βοηθό του, βρίσκει όλους τους δρόμους ανοιχτούς». «Την άλλη Κυριακή θά χουμε τη βάφτιση», είπε ο φτωχός. “ Κοίτα νά ‚ρθεις στην ώρα σου!» Κι ο Θάνατος πήγε, όπως τό ‚χε υποσχεθεί, και βάφτισε το μωρό οπως έπρεπε. Όταν το παιδί μεγάλωσε, ήρθε ο νονός του να το δει και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Πήγαν λοιπόν σ‘ ένα μεγάλο δάσος κι εκεί ο νονός έδειξε στο βαφτισιμιό του ένα βοτάνι και του είπε: “ Ήρθε η ώρα να πάρεις το δώρο του νονού σου. Θα σε κάνω σπουδαίο και ξακουστό γιατρό. Κι όταν θα σε καλούν να γιατρέψεις κάποιον άρρωστο, θα παρουσιάζομαι κι εγώ, να με βλέπεις. Αν στέκομαι δίπλα στο κεφάλι του αρρώστου, θα λες άφοβα πως μπορείς να τον γιατρέψεις. Θα του δίνεις απ‘ αυτό το βοτάνι κι αυτός θα γίνεται καλά. Αν όμως στέκομαι στα πόδια του, τότε είναι δικός μου. Τότε θα λες στους δικούς του πως κανένα γιατρικό στον κόσμο δεν μπορεί να τον γιατρέψει και κανένας γιατρός δεν είναι ικανός να τον φέρει πίσω. Πρόσεχε καλά όμως: μην τολμήσεις ποτέ να χρησιμοποιήσεις το βοτάνι που σου δείχνω ενάντια στη θέληση μου. Θα το μετανιώσεις πικρά».
Δεν πέρασε πολύς καιρός και το παλικάρι έγινε ο πιο ξακουστός γιατρός στον κόσμο. “ Αρκεί να ρίξει μια μα τιά στον άρρωστο, κι αμέσως καταλαβαίνει αν θα για τρευτεί ή αν θα πεθάνει». Έτσι λέγανε όλοι. Κι έτρε χαν από παντού να τον συμβουλευτούν και τού ‚διναν πο λύ χρυσάφι, ώστε γρήγορα έγινε πλούσιος. Κάποτε όμως αρρώστησε ο ίδιος ο βασιλιάς: κάλε σαν τότε το γιατρό να πει αν χωρούσε ή όκι γιατρειά. Κι εκείνος είδε το Θάνατο να στέκει στα πόδια του κρεβατιού και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε ουτε σωτηρία ούτε φάρμακο. “ Αν καταφέρω να ξεγελάσω το Θάνατο, είμαι σίγουρος πως θα θυμώσει», σκέφτηκε (γιατρός. “ Μιας όμως κι είμαι βαφτισιμιός του, θα κάνε για μια φορά τα στραβά μάτια». Και δίχως να χάσει καιρό, παίρνει τον άρρωστο βασιλιά και τον γυρίζει απ‘ την άλλη μεριά τού κρεβατιού, έτσι που ο Θάνατος βρέθηκε στο προσκεφάλι του. Αμέσως του έδωσε το θαυματουργό βοτάνι κι ο βασιλιάς συνήλθε κι έγινε καλά. Ο Θάνατος, όμως, θύ μωσε και σκοτείνιασε. Πήγε και βρήκε το γιατρό καυ τού ‚πε κουνώντας απειλητικά το δάχτυλο του: «Με ξεγέλασες. Αυτή τη φορά θα σε συχωρέσω, επειδή είσαι βαφτισιμιός μου. Αν όμως τολμήσεις να το ξανακάνεις, τότε την έχεις άσχημα: θα πάρω εσένα μαζί μου».
Πέρασε λίγος καιρός κι η θυγατέρα του βασιλιά αρ ρώστησε βαριά. Ο βασιλιάς την είχε μοναχοπαίδι και έκλαιγε μέρα και νύχτα, ώσπου έχασε το φως του. Έβα λε τότε τελάληδες να φωνάξουν σ‘ ολόκληρη τη χώρα πως όποιος κατάφερνε να την κάνει καλά, θα την έπαιρνε γυναίκα του και θα γινόταν διάδοχος του θρόνου. Ο για τρός την επισκέφτηκε κι είδε το Θάνατο να στέκει στα πόδια του κρεβατιού της. Θά ‚πρεπε να θυμηθεί την προειδοποίηση του νονού του, αλλά η ομορφιά της βασι λοπούλας κι η λαχτάρα του να γίνει άντρας της και βασι λιάς, τον έσπρωξαν να ξεχάσει τους κινδύνους και να φερθεί με απερισκεψία. Δεν είδε τις θυμωμένες ματιές που τού ‚ριχνε ο Θάνατος, δεν είδε το κοκαλιάρικο χέ ρι του που υψωμένο κουνιόταν απειλητικά προς το μέ ρος του. Σήκωσε την άρρωστη κι έβαλε το κεφάλι της εκεί που προηγουμένως βρίσκονταν τα πόδια της. Ύστε ρα της έδωσε το θαυματουργό βοτάνι και τα μάγουλα της ρόδισαν στη στιγμή και η ζωή ξαναγύρισε μέσα της.
Ο Θάνατος, βλέποντας πως για δεύτερη φορά έχανε κάποιον μέσα απ τα χέρια του, προχώρησε αργά προς το μέρος του βαφτισιμιού του και του είπε: “ Τώρα θα πληρώσεις. Ήρθε η σειρά σου να πεθάνεις». Και τον έσφιξε τόσο δυνατά με το παγωμένο χέρι του που εκεί νος δεν μπόρεσε να του ξεφύγει. Έτσι κρατώντας τον, τον οδήγησε στην υπόγεια σπηλιά του. Κι είδε εκεί χι λιάδες, εκατομμύρια κεριά να καίνε σ‘ αναρίθμητες σει ρές· κι άλλα ήταν μεγάλα, άλλα μισολιωμένα, άλλα έτοι μα να σβήσουν. Κάθε στιγμή έσβηναν κάμποσα, ενώ άλλα πάλι ζωντάνευαν και συνέχιζαν να καίνε. Κι οι φλόγες χόρευαν και πηδούσαν εδώ κι εκεί. “ Βλέπεις;», του είπε ο Θάνατος. «Αυτές οι φλόγες είναι οι ανθρώπι νες ζωές. Τα μεγάλα κεριά ανήκουν στα μικρά παιδιά, αυτά που είναι μισά είναι των παντρεμένων, που βρί σκονται στο άνθος της ηλικίας τους, ενώ τα μικρά είναι των γερόντων και των αρρώστων. Συχνά όμως συμβαίνει και μικρά παιδιά και νέοι άνθρωποι έχουν μόνο ένα μικρό κεράκι να κάψουν». — «Δείξε μου το δικό μου κερί», ζήτησε τότε ο γιατρός. Και πίστευε ότι θα δει ένα κερί μεγάλο ακόμα. Ο Θάνατος τότε του έδειξε ένα μικρό, λιωμένο κεράκι, που κόντευε να σβήσει. «Το βλέπεις;
Αυτό είναι!» — «Αχ, καλέ μου νονέ „, τον ικέτεψε τότε το παλικάρι, “ άναψε μου ένα καινούργιο κερί, να προ λάβω να παντρευτώ τη βασιλοπούλα και να γίνω βασι λιάς! Κάνε το για χατίρι μου, σε θερμοπαρακαλώ!» — “ Δεν μπορώ», αποκρίθηκε ο Θάνατος. «Πρέπει να σβήσει μια φλόγα, για ν ανάψει μια άλλη». — «Τότε βάλε την παλιά πάνω σε μια καινούργια, για να τη δυνα μώνει κάθε που πάει να σβήσει», του είπε πάλι το πα-

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 332 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, CZ, PT, JA, DE, KO, VI, TR, IT, PL, NL, DA, SE |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 34,4 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 5.171 |
| Αριθμός γραμμάτων | 4.052 |
| Αριθμός ποινών | 64 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 916 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 14,31 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 184 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 20,1% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,474 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,819 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 97,6 |
| Άπαξ λεγόμενα | 314 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,42 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 13,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 26,0 |
| Αριθμός συλλαβών | 1.690 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,84 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 207 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 22,6% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 42,4% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,73 |
| Συνδετικές λέξεις | 49 |
| Αναφορική συνοχή | 0,015 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Θάνατος (11), Θάνατο (3) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | κανένα |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |















