Χρόνος ανάγνωσης: 16 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας άντρας που τον έλεγαν Φρίντερ και μια γυναίκα που την έλε γαν Κατινάκι. Παντρεύτηκαν λοιπόν οι δυο τους και ζούσαν σαν νιόπαντροι. Μια μέρα λέει ο Φρίντερ: “ Θα πάω στο χωράφι, Κατινάκι. Κι όταν θα γυρίσω, να μού ‚χεις ψητό στο τραπέζι, να χορτάσω την πείνα μου, και δροσερό πιοτό, να σβήσω τη δίψα μου». — «Στο καλό, Φρίντερ», αποκρίθηκε το Κατινάκι. “ Πήγαινε κι όταν έρθεις, θα τα βρεις όλα έτοιμα». Κι όταν κόντευε πια μεσημέρι, κατέβασε ένα λουκάνικο απ‘ την καμινάδα, τό ‚βαλε στο τηγάνι μαζί με λίγο βούτυρο κι άναψε τη φωτιά. Το λουκάνικο άρχισε να ψήνεται και να ξεροτηγανίζεται και το Κατινάκι στεκόταν, το γύριζε απ’τη μια κι απ’την άλλη, και σκεφτόταν. Ώσπου ξαφ νικά της ήρθε μια ιδέα: “ Μέχρι να ψηθεί το λουκάνι κο, προλαβαίνω μια χαρά να κατέβω στο κατώι και να γεμίσω το κανάτι μου μπύρα». Άφησε λοιπόν το λου κάνικο να ψήνεται μονάχο του, πήρε ένα κανάτι, κατέ βηκε στο κατώι κι άρχισε να γεμίζει μπύρα απ‘ το βα ρέλι. Η μπύρα έτρεχε και γέμισε το κανάτι και το Κατι νάκι την κοίταζε. Ώσπου ξαφνικά της ήρθε μια ιδέα: “ Γιά στάσου! Ο σκύλος πάνω δεν είναι δεμένος! Δε θες να πηδήσει και να μου αρπάξει το λουκάνικο μέσα από το τηγάνι;» Και χωρίς να χάσει λεπτό, ανεβαίνει τα σκα λιά δυο δυο. Αλλά φτάνει στην κουζίνα και τι να δει; Ο σκύλος είχε κιόλας το λουκάνικο στο στόμα του και τό ‚σέρνε τρέχοντας. Γρήγορα το Κατινάκι τον παίρνει από πίσω και τρέχει να τον φτάσει. Ο σκύλος όμως είναι πιο γρήγορος στα πόδια απ‘ το Κατινάκι. Και με το λουκά νικο γερά σφαγμένο ανάμεσα στα δόντια του, φεύγει όλο και πιο μακριά. “ Ό,τι έγινε, έγινε!», είπε τότε το Κα τινάκι και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Κι επειδή είχε κουραστεί κι είχε λαχανιάσει απ‘ το τρέξιμο, γυρίζει σιγά σιγά και με το πάσο της. Η μπύρα στο μεταξύ έτρε χε απ‘ το βαρέλι και γέμισε το κανάτι και συνέχισε να κυλάει σ‘ όλο το κατώι και δεν σταμάτησε ώσπου άδεια σε όλο το βαρέλι. Μόλις γύρισε στο σπίτι η Κατίνα, το είδε και της ήρθε νταμπλάς. “ Φτου να πάρει!», είπε.
“ Τι θα κάνω τώρα, για να μην το καταλάβει ο Φρίντερ;» Κι έστυψε το μυαλό της, ώσπου κάτι σκέφτηκε: απ‘ το τελευταίο πανηγύρι τούς είχε μείνει ένα σακί ά σπρο αλεύρι. Αποφάσισε λοιπόν να το πάρει και να το σκορπίσει στο κατώι, για να ρουφήξει τη χυμένη μπύρα. “ Εμ», είπε με το νου της ευχαριστημένη, «η καλή νοι κοκυρά είναι οικονόμα και ξέρει να τα βολεύει την ώρα της ανάγκης». Ανέβηκε λοιπόν, κουβάλησε το σακί με τ‘ αλεύρι στο κατώι και τό ‚ριξε πάνω στο κανάτι με την μπύρα* το κανάτι αναποδογύρισε κι έτσι το πιοτό τού Φρίντερ πότισε κι αυτό το πάτωμα, στο κατώι, μαζί με την υπόλοιπη χυμένη μπύρα. «Τι να κάνουμε;», είπε το Κατινάκι. “ Τώρα πάει, έγινε!» Και σκόρπισε το αλεύρι σ‘ όλο το κατώι. Όταν τέλειωσε, ευχαριστήθηκε πολύ με τη δουλειά της κι έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της: «Τι καθαρό και νοικοκυρεμένο που είναι το κατώι του σπιτικού μου!»
Το μεσημέρι γύρισε κι ο Φρίντερ. «Λοιπόν, γυναί κα, τι μου ετοίμασες να φάω;» — «Αχ, Φρίντερ, πού να σ‘ τα λέω!», αποκρίθηκε το Κατινάκι «Ήθελα να σου ψήσω ένα λουκάνικο. Και την ώρα που γέμιζα μπύ ρα το κανάτι, ήρθε ο σκύλος και μου τ άρπαξε μέσα από το τηγάνι. Και την ώρα που κυνηγούσα το σκύλο, η μπύ ρα ξεχείλισε και χύθηκε όλο το βαρέλι στο πάτωμα. Εί πα τότε να σκορπίσω από πάνω το αλεύρι, για να ρου φήξει την μπύρα. Κι όπως τό ‚ριχνα, αναποδογύρισα και το κανάτι. Αλλά μην ανησυχείς: το κατώι το σκούπισα και το συγύρισα κι έγινε καλύτερο κι από πρώτα!» “ Μα, βρε Κατινάκι, βρε Κατινάκι! Τι πήγες κι έ κανες; Άφησες το σκύλο να σου κλέψει το λουκάνικο, άφησες όλη την μπύρα να χυθεί και πέταξες κι όλο το σακί με το άσπρο αλεύρι! Δεν έπρεπε να κάνεις τέτοιο πράγμα!»
“ Αχ, Φρίντερ, δεν τό ‚ξερα! Γιατί δεν μου τό ‚λεγες πρωτύτερα;» Ο άντρας δεν είπε τίποτα άλλο, μέσα του όμως σκέφτηκε: «Άμα είναι έτσι τα πράγματα, καλύτε ρα νά ‚χω το νου μου και να προσέχω». Είχε φέρει απ‘ τη δουλειά του κάμποσα σκούδα. Αγόρασε λοιπόν χρυσάφι και είπε στη γυναίκα του: «Τα βλέπεις αυτά τα κίτρινα σβολαράκια, Κατινάκι; Θα τα βάλω σ‘ ένα κιούπι και θα τα παραχώσω στο στάβλο κάτω απ‘ το πα χνί της αγελάδας. Αλλά μην τα πλησιάσεις, μην τ αγγί ξεις, γιατί θα πάθεις κακό!» Κι εκείνη του αποκρίθηκε: «Μείνε ήσυχος, Φρίντερ! Θα κάνω ό,τι μου λες!» Αλλά έτυχε κι όταν έλειπε ο Φρίντερ, ήρθαν πραματευτάδες στο χωριό, που είχαν κανάτια και σταμνιά, και ρώτησαν την Κατίνα αν ήθελε ν αγοράσει. «Καλοί μου άνθρωποι», απάντησε η κοπέλα, «χρήματα δεν έχω για ν‘ αγοράσω. Αν όμως σας κάνουν τα κίτρινα σβολαράκια που έκρυψε ο άντρας μου στο στάβλο, τότε μετά χαράς να πάρω απ την πραμάτεια σας». — “ Κίτρινα σβολα ράκια; Γιατί όχι; Να τα δούμε πρώτα!» — “ Πηγαί νετε στο στάβλο και σκάψτε κάτω απ‘ το παχνί της αγε λάδας. Εκεί θα τα βρείτε. Εγώ δεν πρέπει ούτε να πλη σιάσω εκεί πέρα!» Πήγαν οι πονηροί πραματευτάδες και τι βρήκαν; Καθαρό χρυσάφι! Το πήραν λοιπόν και.
έφυγαν τρεχάτοι και παράτησαν εκεί κι όλη την πρα μάτεια που είχαν για πούλημα. Το Κατινάκι βάλθη κε να χρησιμοποιήσει τα καινούργια της σταμνιά και κανάτια. Κι επειδή στην κουζίνα είχε και με το παραπά νω, σκέφτηκε να τους σπάσει τον πάτο και να τα βάλει για στολίδι στους πασσάλους του φράχτη, γύρω γύρω απ το σπίτι. Όταν γύρισε ο Φρίντερ κι είδε τα καινούρ για στολίδια στο φράχτη του, αμέσως ρώτησε: “ Κατι νάκι, τι σκάρωσες πάλι;» — «Τ αγόρασα, Φρίντερ, με τα κίτρινα σβολαράκια που είχες παραχώσει στο στά βλο. Και δεν πλησίασα ούτε τ‘ άγγιξα εγώ: έστειλα τους πραματευτάδες να τα ξεχώσουν». — “ Αχ, γυναί κα», αναστέναξε ο Φρίντερ. «Τι πήγες κι έκανες! Δεν ήταν κίτρινα σβολαράκια, ήταν καθαρό χρυσάφι. Και ήταν όλη μας η περιουσία, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε.
Δεν έπρεπε να κάνεις τέτοιο πράγμα!» “ Αχ, Φρίντερ, δεν τό ‚ξερα! Γιατί δεν μου τό ‚λεγες πρωτύτερα;» Καθόταν λοιπόν το Κατινάκι και σκεφτόταν κι έσπα γε το μυαλό της, ώσπου της ήρθε μια ιδέα: “ ‚Ακου, Φρίντερ, γιατί δεν τρέχουμε να πιάσουμε τους κλέφτες; Αν βιαστούμε, θα τους προλάβουμε και Οα πάρουμε πί σω το χρυσάφι μας!» — «Εντάξει, λοιπόν», συμφώνησε κι ο Φρίντερ. “ Πάμε να τους πιάσουμε. Πάρε ό μως μαζί σου τυρί και βούτυρο, για νά ‚χουμε κάτι να τρώμε στο δρόμο, να μην πεινάσουμε». — “ Μείνε ήσυ χος, Φρίντερ. Θα κάνω όπως μου λες». Ξεκίνησαν λοι πόν κι επειδή ο Φρίντερ ήταν πιο γρήγορος στα πόδια, το Κατινάκι έτρεχε ξοπίσω του. “ Καλύτερα για μένα», σκεφτόταν. “ Γιατί καθώς θα γυρίζουμε, εγώ θά’χω λι γότερο δρόμο να κάνω». Έφτασαν λοιπόν σ‘ ένα βουνό κι εκεί που πήγαιναν συνάντησαν βαθιά αυλάκια από ρόδες στην άκρη του δρόμου. Τις είδε η Κατίνα και είπε: “ Θεούλη μου! Τι άσχημες πληγές που άνοιξαν οι παλιάνθρωποι με τις ρόδες των κάρων τους στην καημενούλα τη γη!
Πώς θα μπορέσουν να γιάνουν τέτοιες μαχαιριές;» Και επειδή είχε καλή και πονετική καρδιά, έβγαλε το βούτυ ρο και τις άλειψε, να μην πονάνε και να μην υποφέρουν. Έτσι σκυφτή που ήταν, κύλησε ένα κεφάλι τυρί απ‘ την ποδιά της και πήρε την κατηφόρα. Το είδε η Κατίνα και είπε: «Δεν ανέβηκα ώς εδώ πάνω για να ξανακατέβω αμέσως να πιάσω το τυρί. Ας πάει άλλος να το φέρει». Κι έβγαλε απ‘ την ποδιά της άλλο ένα κεφάλι τυρί και τό στείλε να βρει το πρώτο. Αλλά τα τυριά δεν έλεγαν να γυρίσουν. Είπε τότε με το νου της: “ Μπορεί να μη θέλουν να περπατήσουν μοναχά τους! Μπορεί να περιμέ νουνε παρέα!» Κι αμέσως τους έστειλε και τρίτο να τα μαζέψει. Αλλ άδικα περίμενε. «Τι να πω, δεν ξέρω!», απόρησε το Κατινάκι. «Μπορεί όμως ο τρίτος νά ‚χασε το δρόμο. Θα στείλω λοιπόν και τον τέταρτο να τους φωνάξει!» Αλλά και το τέταρτο κεφάλι τυρί δεν τα κα τάφερε καλύτερα απ‘ τα προηγούμενα. Θύμωσε η Κα τίνα κι έριξε και το πέμπτο και το έκτο. Κι αυτά ήταν τα τελευταία. Στάθηκε λιγάκι και περίμενε. Κι όταν είδε κι απόειδε, είπε: «Καλοί είσαστε του λόγου σας!
Ούτε στον άλλο κόσμο να σας είχα στείλει δεν θ αργού σατε τόσο! Ως πότε νομίζετε ότι θα κάτσω να περιμένω την αφεντιά σας; Φεύγω κι ελάτε να με βρείτε. Στο κά τω κάτω, εσείς είσατε πιο ξεκούραστοι από μένα!» Προ χώρησε λοιπόν η Κατίνα και δεν άργησε να προφτάσει τον Φρίντερ, που είχε σταθεί και την περίμενε, γιατί ήθελε να φάει. «Γιά δώσ‘ μου κάτι νακολατσίσω!»,της είπε. Κι εκείνη τού ‚δωσε ψωμί ξερό. “ Πού είναι το βού τυρο; Πού είναι το τυρί;», τη ρώτησε τότε ο άντρας της. «Αχ, Φρίντερ, πού να σ‘ τα λέω!», αποκρίθηκε η Κατίνα. “ Με το βούτυρο άλειψα τα βαθιά αυλάκια, στην άκρη του δρόμου, να μαλακώσει ο πόνος της καημενούλας της γης. Και τα τυριά δεν θ‘ αργήσουν νά ‚ρθουν. Το ένα μού ‚φυγε και κατρακύλησε στην πλαγιά. Έστειλα όμως ξοπίσω του και τ‘ άλλα, να το φέρουν πίσω». Ο Φρίντερ αναστέναξε και είπε: «Αχ, Κατινάκι, δεν έπρε πε να κάνεις τέτοιο πράγμα, να πετάξεις το βούτυρο στό αυλάκι και να ρίξεις τα τυριά στην κατηφόρα! Δεν έπρε πε να κάνεις τέτοιο πράγμα!»
“ Αχ, Φρίντερ, δεν τό ‚ξερα! Γιατί δεν μου τό ‚λεγες πρωτύτερα;» Κάθισαν λοιπόν κι έφαγαν ξερό ψωμί κι ο Φρίντερ ρώτησε: “ Κατίνα, κλείδωσες το σπίτι μας καθώς φεύ γαμε; Αμπάρωσες την πόρτα;» — “ Όχι, Φρίντερ! Γιατί δεν μου τό ‚λεγες πρωτύτερα;» — «Πήγαινε λοιπόν να κλειδαμπαρώσεις και ν‘ ασφαλίσεις την πόρτα, πριν συνεχίσουμε το δρόμο μας. Και φέρε μαζί σου κάτι άλλο για φαγητό. Εγώ θα σε περιμένω εδώ». Ξεκίνησε η Κατίνα και στο δρόμο που πήγαινε σκεφτόταν: «Ο Φρίντερ θέλει κάτι άλλο για φαγητό. Φαίνεται πως δεν έχει όρεξη για βούτυρο και τυρί. Θα γεμίσω κι εγώ ένα σακούλι στραγάλια και θα πάρω κι ένα κανάτι ξίδι, να σβήνει τη δίψα του». Τα πήρε λοιπόν και κλειδομαντάλωσε την μπροστινή την πόρτα. Την πίσω πόρτα όμως την έβγαλε απ τους μεντεσέδες της και την πήρε στον ώμο, γιατί νόμιζε ότι αν την έβαζε σε μέρος σίγουρο και ασφαλές, τότε θά ‚ταν και το σπίτι ασφαλισμένο. Σιγά σιγά ανέβηκε πάλι στο βουνό, κι όπως ανέβαινε σκεφτό ταν: «Κι αν αργήσω λιγάκι, τόσο το καλύτερο! Θα ξε κουραστεί κι ο Φρίντερ με την ησυχία του!» Καμιά φο ρά έφτασε και του είπε: «Φρίντερ, σού ‚φερα την πόρ τα για να την ασφαλίσεις με τα χέρια σου». — «Θεέ μου», είπε ο δύστυχος άντρας. «Τι ξύπνια γυναίκα πού ‚χω! Κλειδώνει τη μια πόρτα και βγάζει την άλλη, να μπει μέσα όποιος θέλει. Τώρα είναι πια αργά. Δεν προ λαβαίνουμε να γυρίσουμε άλλη μια φορά στο σπίτι. Αλ λά αφού έφερες την πόρτα ώς εδώ, να την κουβαλήσεις μόνη σου και στον υπόλοιπο δρόμο». — «Εντάξει, Φρίντερ. Θα την κουβαλήσω. Αλλά τα στραγάλια και το ξίδι δεν αντέχω να τα σηκώνω κι αυτά. Θα τα δώσω στην πόρτα κι ας τα κουβαλήσει αυτή».
Προχώρησαν λοιπόν στο δάσος κι όλο έψαχναν να βρουν τους πονηρούς πραματευτάδες, που τους είχαν κλέψει το χρυσάφι τους. Ώσπου στο τέλος νύχτωσε, και ανέβηκαν σ‘ ένα δέντρο για να κοιμηθούν. Δεν πρόλαβαν να βολευτούν, και νά σου οι κλέφτες, που ήρθαν και στρώ θηκαν από κάτω αυτοί που βρίσκουν ό,τι ακόμα δεν έχει χαθεί, αυτοί που παίρνουν ό,τι δικό τους δεν είναι. Άνα ψαν φωτιά κι άρχισαν να μοιράζουν τα λάφυρα τους. Κα τέβηκε αμέσως ο Φρίντερ απ‘ την άλλη μεριά, μάζεψε πέτρες, ανέβηκε πάλι στο δέντρο κι άρχισε να τους πετροβολάει. Αλλά όλες του οι πέτρες αστοχούσαν. Κι οι κλέφτες είπαν: «Φαίνεται πως δεν θ αργήσει να ξημε ρώσει κι ο αέρας ρίχνει κάτω τα κουκουνάρια». Η Κα τίνα, με την πόρτα ακόμα στον ώμο της, είχε πια λυ γίσει απ το πολύ βάρος. Και καθώς νόμιζε πως έφται γαν τα στραγάλια, γύρισε και είπε στον άντρα της: “ Αχ, Φρίντερ, θα τα πετάξω τα στραγάλια. Δεν αν τέχω!» — “ Όκι τώρα, Κατινάκι!», της απάντησε εκείνος. «Θα μας καταλάβουν!» — «Μα, άντρα μου, έχει λυγίσει η πλάτη μου! Θα πέσω!» — «Ε, που να πάρει ο Διάβολος, πέταξε τα!» Κατρακύλησαν λοιπόν τα στραγάλια ανάμεσα στα κλαδιά κι οι κλέφτες από κά τω είπαν: «Κουτσουλάνε τα πουλάκια από πάνω μας».
Σε λίγο, κι επειδή την πόρτα την είχε ακόμα στον ώμο, η Κατίνα είπε: “ Φρίντερ, δεν μπορώ! Θα χύσω και το ξίδι! “ «Όκι τώρα, Κατινάκι!», της απάντησε εκείνος. «Θα μας καταλάβουν!» — “ Μα, άντρα μου, έχει λυγίσει η πλάτη μου! Θα πέσω!» — “ Ε, που να πάρει ο Διάβολος, χύσε το κι αυτό!» Έχυσε λοιπόν το ξίδι και πιτσίλισε τους κλέφτες κι εκείνοι είπαν μεταξύ τους: “ Η πρωινή πάχνη άρχισε κιόλας να δροσίζει». Με τα πολλά η Κατίνα σκέφτηκε: «Βρε δε θες να είναι η πόρτα αυτή που με βαραίνει;», και είπε: “ Φρί ντερ, θα την πετάξω την πόρτα! Κόπηκε πια η μέση μου!» “ Όκι τώρα, Κατινάκι!», της απάντησε εκεί νος. “ Θα μας καταλάβουν!» — “ Μα, άντρα μου, έχει λυγίσει η πλάτη μου! Θα πέσω!» — «Όχι, όχι, Κατι νάκι, κράτα τη γερά! Γιατί θα μας καταλάβουν και πάμε χαμένοι!» — “ Φρίντερ, δεν μπορώ, τα χέρια μου λυθήκανε. Θα την αφήσω!» — «Ε, άσ την να πάει στο καλό!», είπε κι ο Φρίντερ θυμωμένος. Κουτρουβαλιάστηκε λοιπόν κι η πόρτα κι έκανε τέτοιο σαματά, που οι κλέφτες πάγωσαν απ‘ την τρομάρα τους: «Ο ίδιος ο Σατανάς κατέβηκε απ αυτό το δέντρο!», φώναξαν κι έ φυγαν σαν κυνηγημένοι, αφήνοντας πίσω τους όλα τα κλεψιμαίικα. Νωρίς το πρωί κατέβηκαν απ την κρυ ψώνα τους ο Φρίντερ με την Κατίνα του. Και βρήκαν όλο τους το χρυσάφι και το πήραν στο σπίτι τους.
Όταν έφτασαν με το καλό, είπε ο Φρίντερ στη γυ ναίκα του: «Κατινάκι, τώρα πρέπει πια να βάλεις μυα λό και να δουλέψεις σωστά». — “ Εντάξει, Φρίντερ, θα κάνω όπως μου λες. Θα πάω στο χωράφι, να θερίζω». Μόλις έφτασε στο χωράφι όμως, άρχισε ν‘ αναρωτιέται: “ Να φάω πριν θερίσω, γιά καλύτερα να κοιμηθώ; Κα λύτερα να φάω!» Κάθισε λοιπόν κι έφαγε κι απ‘ το φα γητό νύσταξε κι άρχισε να θερίζει και να κόβει και μισοκοιμισμένη καθώς ήτανε, έκοψε κι όλα της τα ρούχα στα δυο, ποδιά και φουστάνι και πουκάμισο. Κι όταν ξύπνησε κι είδε πως ήταν μισόγυμνη, τρόμαξε κι άρχισε ν‘ αναρωτιέται: «Εγώ είμαι; Ή δεν είμαι εγώ;» Στο αναμεταξύ είχε νυχτώσει. Έτρεξε λοιπόν το Κατινάκι στο χωριό και χτύπησε στο. παράθυρο του άντρα της: „Ε, Φρίντερ!» — «Τι τρέχει;» — «Δε μου λες: Εί ναι μέσα το Κατινάκι;», ρώτησε. «Εμ, βέβαια, μέ σα είναι και κοιμάται, τέτοια ώρα που είναι!», απο κρίθηκε ο άντρας της. Κι η κακομοίρα είπε με το νου της: «Τότε δεν είμαι εγώ». Και πήρε το δρόμο κι έ φυγε.
Λίγο πιο πέρα συνάντησε κλέφτες, που ήθελαν να μπουν στα σπίτια και να κλέψουν. Τους πλησίασε λοι πόν και τους είπε: “ Θα σας βοηθήσω». Οι κλέφτες την πίστεψαν, γιατί νόμισαν πως ήξερε τα κατατόπια. Και δέχτηκαν ευχαριστημένοι. Η Κατίνα όμως άρχισε να γυρίζει σ όλο το χωριό, πόρτα πόρτα, και να φωνάζει: “ Ε, νοικοκυραίοι! Ήρθαμε να κλέψουμε! Έχετε τίπο τα καλό;» Οι κλέφτες τά ‚χασαν. «Βρε, πού τη βρήκα με τούτη;», είπαν. Και παρακαλούσαν να την ξεφορτω θούν μια ώρα αρχύτερα. Της είπαν λοιπόν: «Ο παπάς έχειγογγύλια φυτεμένα στο περιβολάκι του. Άντε να μας φέρεις καμπόσα». Το Κατινάκι πήγε πράγματι κι άρ χισε να κόβει γογγύλια. Αλλά τεμπέλα καθώς ήταν, δε σήκωνε τη μέση της κι όλο σκυμμένη έμενε.
Έτυχε τώρα και πέρασε από κει ένας άντρας και είδε πως κάποιος σάλευε μέσα στα γογγύλια κι άνθρωπο δεν έβλεπε. Και θάρρεψε πως ήταν ο ίδιος ο Διάβολος. Έτρεξε λοιπόν στον παπά και του είπε: «Πάτερ, πά τερ, στο περιβολάκι σου έχει τρυπώσει ο ίδιος ο Διάβο λος και μαζεύει γογγύλια!» — «Θεούλη μου!», φώ ναξε ο παπάς. “ Το πόδι μου με πονάει και δεν μπορώ να τρέξω να τον ξορκισθώ». — “ Μη σε νοιάζει, παπά μου. Κι εγώ θα σε κουβαλήσω στην πλάτη μου!», είπε τότε ο άντρας. Κι έτσι έγινε. Έφτασαν λοιπόν στο περι βολάκι του παπά και τη στιγμή εκείνη ακριβώς αναση κώθηκε το Κατινάκι να ξεμουδιάσει. “ Αχ, ο Σατανάς!», φώναξε ο παπάς τρομαγμένος. Αμέσως τό ‚βαλαν κι οι δυο στα πόδια. Κι ο παπάς με το πονεμένο του ποδάρι έτρεχε πιο γρήγορα απ τον άλλον, που ήταν γερός.

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typs 1387 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, RU, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, HU, DA, FI, BG |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 28,6 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 15.049 |
| Αριθμός γραμμάτων | 11.510 |
| Αριθμός ποινών | 225 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 2.702 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 12,01 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 447 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 16,5% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,330 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,820 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 104,2 |
| Άπαξ λεγόμενα | 589 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,26 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 9,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 23,6 |
| Αριθμός συλλαβών | 4.933 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,83 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 582 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 21,5% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 45,7% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,86 |
| Συνδετικές λέξεις | 151 |
| Αναφορική συνοχή | 0,014 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Φρίντερ (36), Κατινάκι (24), Κατίνα (12), Κατι (3), Διάβολος (3), Σατανάς (2) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | Κατινάκι - Φρίντερ (7), Κατίνα - Φρίντερ (6), Κατι - Φρίντερ (1) |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |
















