Χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν δυο αδέρφια, ένας πλούσιος κι ένας φτωχός. Ο πλούσιος ήταν χρυσο χόος κι ήταν πολύ κακός, ίσαμε τα βάθη της ψυχής του. Ο φτωχός κέρδιζε το ψωμί του φτιάχνοντας ψάθινες σκούπες κι ήταν τίμιος και καλός. Κι είχε ο φτωχός δυο παιδιά, δίδυμα αγόρια, που έμοιαζαν το ένα με το άλλο σαν δυο σταγόνες νερό. Τα δυο αδέρφια πήγαιναν πότε πότε στο πλουσιόσπιτο του θείου τους και μάζευαν ό,τι τους έδιναν απ τα αποφάγια. Μια μέρα ο φτωχός πήγε στο δάσος να μαζέψει χα μόκλαδα για τις σκούπες του κι απάντησε ένα πουλί ολόχρυσο και τόσο όμορφο που όμοιο του δεν είχε ξανα δεί στα μάτια του. Σήκωσε λοιπόν ένα πετραδάκι, το σημάδεψε και πράγματι το πέτυχε: αλλά το πουλί πέ ταξε μακριά κι άφησε πίσω του ένα μόνο χρυσό φτεράκι.
Ο άντρας το πήρε και το πήγε στον αδερφό του κι εκεί νος το είδε κι είπε: «Είναι από ατόφιο χρυσάφι». Και τού ‚δωσε πολλά λεφτά γι‘ αυτό. Την άλλη μέρα ο φτωχός ανέβηκε σε μια αχλαδιά, να την κλαδέψει: κι απ‘ τα κλαδιά της σηκώθηκε και πέταξε το ίδιο χρυσό πουλάκι. Ο άντρας έψαξε και βρήκε τη φωλιά του και μέσα ήταν ένα ολόχρυσο αυγό. Το πήρε κι αυτό και το πήγε στον αδερφό του. Κι εκείνος πάλι είπε: «Είναι από ατόφιο χρυσάφι». Και τού ‚δωσε ξανά πολλά λεφτά. Στο τέλος ο χρυσοχόος είπε: «ΙΙολύ θά ‚θελα ν‘ αποκτήσω το ίδιο το χρυσό πουλί». Για τρίτη φορά λοιπόν πήγε ο φτωχός στο δάσος κι όταν συνάντη σε το χρυσό πουλάκι, τού ‚ριξε μια πέτρα και το πέτυχε, το πήγε στον αδερφό του και πήρε ένα σωρό λεφτά. «Τώ ρα πια δεν έχω ανάγκη κανέναν», είπε με το νου του ο φτωχός και γύρισε στο σπίτι του ευχαριστημένος.
Ο χρυσοχόος ήταν πονηρός άνθρωπος και ήξερε πολύ καλά τι σόι πουλάκι ήταν αυτό που είχε ακριβοπληρώ σει. Φώναξε λοιπόν τη γυναίκα του και της είπε: «Ψή σε μου αυτό το πουλί και πρόσεξε καλά μη σου παραπέσει τίποτα: θέλω να το φάω ολόκληρο μονάχος μου!» Αλ λά το πουλί εκείνο δεν ήταν σαν τ‘ άλλα πουλιά του δά σους ήταν μαγικό, κι όποιος έτρωγε την καρδιά και το συκώτι του, έβρισκε κάθε πρωί ένα χρυσό φλουρί κάτω απ‘ το μαξιλάρι του. Ετοίμασε η γυναίκα το πουλί, το σούβλισε κι άρχισε να το ψήνει. Έτυχε όμως κι ενώ το πουλί ψηνόταν, η γυ ναίκα καταπιάστηκε μ‘ άλλες δουλειές και βγήκε από το μαγερειό. Τότε ακριβώς ήρθαν τα δυο αγόρια του φτω χού, στάθηκαν πλάι στη σούβλα κι άρχισαν να τη γυρί ζουν. Κι όπως δυο κομματάκια κρέας έπεσαν απ‘ τη σούβλα στο ταψί, είπε το ένα απ‘ τα δίδυμα: «Αυτές τις δυο μπουκίτσες ας τις φάμε. Πεινάω τόσο πολύ και είμαι σίγουρος πως κανείς δεν θα το καταλάβει». Πράγ ματι, έτσι κι έγινε. Και την ίδια στιγμή μπήκε στην κουζί να η γυναίκα και τα είδε που έτρωγαν. “ Τι κάνετε εκεί;», τα ρώτησε. “ Τρώμε δυο κομματάκια, που έπεσαν από τη σούβλα στο ταψί», αποκρίθηκαν τα παιδιά. «Ήταν η καρδιά και το συκώτι», είπε η γυναίκα τρομαγμένη.
Και για να μην το καταλάβει ο άντρας της και θυμώσει, έσφαξε στα γρήγορα ένα κοτόπουλο, τού ‚βγαλε την καρ διά και το συκώτι και τά ‚βαλε μέσα στο χρυσό πουλί. Και μόλις τέλειωσε το ψήσιμο, το πήγε στον άντρα της, που τό ‚φαγε όλο μέχρι τελευταία μπουκιά, χωρίς ν‘ α φήσει τίποτα. Αλλά την άλλη μέρα το πρωί, που έχωσε το χέρι του κάτω απ το μαξιλάρι για να βρει το χρυσό φλουρί, δεν βρήκε τίποτα. Τα δυο παιδάκια τώρα δεν ήξεραν ποια καλή τύχη τους είχε χαμογελάσει. Την άλλη μέρα το πρωί, την ώρα που σηκώθηκαν απ‘ τα κρεβατάκια τους, κάτι έπεσε κου δουνίζοντας στο πάτωμα. Έσκυψαν και βρήκαν δυο χρυσά φλουριά. Τρέχοντας τα πήγαν στον πατέρα τους κι εκείνος απόρησε και είπε: “ Πώς έγινε τέτοιο πράγ μα;» Κι όταν την άλλη μέρα βρήκαν άλλα δυο φλουριά κάτω απ το μαξιλάρι τους κι έτσι κάθε μέρα, κάθε μέρα, πήγε ο καημένος ο φτωχός και διηγήθηκε όλη την ιστο ρία στον αδερφό του ζητώντας τη συμβουλή του. Ο χρυ σοχόος κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί, πως τα δυο αγόρια είχαν φάει το συκώτι και την καρδιά του χρυσού πουλιού και για να πάρει εκδίκηση, μιας κι ήταν σκληρόκαρδος και φθονερός, είπε στον αδερφό του: «Τα δυο σου παιδιά έχουν παρτίδες με τον Εξαποδώ. Μην πιάνεις στα χέρια σου τα φλουριά που σου δίνουν. Και μην τα κρατάς άλλο στο σπίτι σου. Γιατί Εκείνος, που τα εξου σιάζει, μπορεί στο τέλος ν‘ αρπάξει κι εσένα τον ίδιον „.
Ο πατέρας φοβισμένος γύρισε στο σπίτι του κι όσο κι αν του βαρυφάνηκε, πήρε τα δίδυμα, τα πήγε στο δάσος και τ άφησε εκεί μοναχά τους. Τα δυο αδέρφια άρχισαν τότε να ψάχνουν το δρόμο για το σπίτι τους. Αλλά άδικα κουράζονταν κι αντί να πλησιάζουν, όλο πιο μακριά έφευγαν. Μετά από ώρα πολλή συνάντησαν έναν κυνηγό, που τα ρώτησε: «Τί νος είσαστε, παιδιά;» — «Είμαστε τα παιδιά του φτωχού που φτιάχνει τις σκούπες», αποκρίθηκαν τα δυο αγόρια. Και του διηγήθηκαν όλη την ιστορία, πως ο πα τέρας τους δεν τα ήθελε πια στο σπίτι του, επειδή κάθε πρωί έβρισκαν ένα φλουρί χρυσό κάτω απ το μαξιλάρι τους. «Δεν είναι κακό αυτό», είπε τότε ο κυνηγός. «Φτάνει να είσαστε καλά παιδιά κι όκι να τεμπελιάζετε απ‘ το πρωί μέχρι το βράδυ». Κι ο καλός άνθρωπος, που δεν είχε δικά του παιδιά, τα πήρε μαζί του και τους εί πε: “ Θα είμαι εγώ ο πατέρας σας. Θα σας φροντίζω και θα σας μεγαλώσω σαν δικά μου παιδιά». Κοντά του έμαθαν την τέχνη τού κυνηγού. Και τα φλουριά που έβρισκαν κάθε πρωί κάτω απ‘ το μαξιλάρι τους, τους τα μάζευε να τά ‚χουν, αν ποτέ παρουσιαζόταν ανάγκη.
Μεγάλωσαν λοιπόν κι ο θετός τους πατέρας τα πήρε μια μέρα μέσα στο δάσος και τους είπε: «Σήμερα θα περάσετε την τελική δοκιμασία, που θα δείξει ότι τέ λειωσε πια ο καιρός της μαθητείας σας κι είστε σωστοί και καλοί κυνηγοί». Τον ακολούθησαν στο δάσος κι άρ χισαν να παραμονεύουν, αλλά κανένα ζοοο δεν έλεγε να φανεί. Ώσπου είδε ο κυνηγός ένα σμάρι αγριόχηνες να πετούν στον ουρανό σχηματίζοντας ένα τρίγωνο. Και είπε στο ένα απ‘ τα δυο αδέρφια: “ Χτύπα ένα πουλί από κάθε γωνιά». Και το παλικάρι έκανε ό,τι του είπε κι έτσι πέρασε τη δοκιμασία. Μετά από λίγο πλησίασε πετώντας και δεύτερο σμάρι αγριόχηνες, που είχε το σχήμα του αριθμού Δύο. Και πρόσταξε ο κυνηγός και τον άλλον του γιο να χτυπήσει ένα πουλί από κάθε γω νιά. Κι έτσι έγινε. Μίλησε τότε ο θετός πατέρας και είπε: “ Εγώ ό,τι ήταν να σας μάθω, σας τό ‚μαθα. Είστε πια σωστοί και καλοί κυνηγοί». Τα δυο αδέρφια κυνήγησαν όλη μέρα στο δάσος. Κι αφού κουβέντιασαν πρώτα μεταξύ τους, τα συμφώνησαν και γύρισαν το βράδυ σπίτι. Κι όταν κάθισαν στο τραπέζι να φάνε, είπαν στον πατέ ρα τους: «Δεν θα βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας και δεν θ‘ αγγίξουμε το φαγητό μας, αν δεν μας κάνεις τη χάρη που θα σου ζητήσουμε». — «Και ποια είναι αυτή η χάρη;» — «Τώρα που μάθαμε τη δουλειά, θέλουμε να ταξιδέψουμε και να γνωρίσουμε τον κόσμο. Άφησε μας λοιπόν να φύγουμε και δώσε μας την ευχή σου».
Ο γέρος τότε χαρούμενος τους αποκρίθηκε: «Τώρα μι λάτε σαν αληθινοί και γενναίοι κυνηγοί. Αυτό που μου ζητάτε, είναι και δική μου επιθυμία. Τραβήξτε το δρόμο σας και ξεκινήστε να γνωρίσετε τον κόσμο». Κι έτσι έφαγαν και ήπιαν χαρούμενοι, να το γιορτάσουν. Κι όταν ήρθε η συμφωνημένη μέρα, ο γερο-κυνηγός χάρισε στον καθένα του γιο ένα καλό ντουφέκι κι ένα λα γωνικό. Και τους έδωσε και τα φλουριά που τόσα χρό νια τούς είχε μαζεμένα, να πάρουν μαζί τους όσα ήθελαν. Προχώρησε μαζί τους και λίγο δρόμο κι όταν έφτασε η ώρα τού αποχωρισμού, τους έδωσε κι ένα αστραφτερό μαχαίρι και τους είπε: “ Αν τύχει ποτέ ν αποχωριστείτε ο ένας τον άλλον, καρφώστε τούτο το μαχαίρι στον κορμό ενός δέντρου, εκεί ακριβώς που θα χωρίσουν οι δρόμοι σας. Κι όποιος γυρίσει πρώτος, θα κοιτάξει το μαχαίρι και θα μάθει τι απόγινε ο αδερφός του. Γιατί απ τη με ριά που θά χει φύγει ο άλλος, το σίδερο θά ‚ναι αστρα φτερό όσο ζει, αλλά θα σκουριάσει αν πεθάνει».
Τα δυο αδέρφια προχώρησαν, δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν, ώσπου έφτασαν σ‘ ένα δάσος τόσο μεγάλο που δεν ήταν τρόπος να το περάσουν σε μια μέρα. Έμειναν λοιπόν να περάσουν τη νύχτα τους και κάθισαν να φάνε ό,τι είχαν στο δισάκι τους. Τη δεύτερη μέρα προχώρησαν

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| αριθμός | KHM 60 |
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 567A |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, RO, HU, DA, FI, SE, BE, BG, SK, SL, SR, NO |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 33,4 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 7.672 |
| Αριθμός γραμμάτων | 6.003 |
| Αριθμός ποινών | 79 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 1.411 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 17,86 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 219 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 15,5% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,393 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,828 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 101,8 |
| Άπαξ λεγόμενα | 386 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,26 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 15,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 31,4 |
| Αριθμός συλλαβών | 2.553 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,81 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 288 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 20,4% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 25,5% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 2,28 |
| Συνδετικές λέξεις | 84 |
| Αναφορική συνοχή | 0,021 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Είναι (2), Τώρα (2) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | κανένα |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |
















