Facebook
Το κορίτσι με τα κομμένα χέρια
Grimm Märchen

Το κορίτσι με τα κομμένα χέρια - Παραμύθι του Αδελφοί Γκριμ

Χρόνος ανάγνωσης: 14 λεπτά

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας μυλωνάς, που έπεσε σε μεγάλη φτώχεια κι άλλο τίποτα δεν είχε παρά το μύλο του και μια μεγάλη μηλιά στην αυλή του. Μια μέρα λοιπόν πήγε στο δάσος να κόψει ξύλα, και στο δρόμο συνάντησε ένα γέρο, που δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ του. Κι ο γέρος του μίλησε και του είπε: “ Τι παι δεύεσαι και κόβεις ξύλα; Εγώ θα σε κάνω πλούσιο, αν μου τάξεις πως θα μου δώσεις ό,τι είναι μέσα στην αυλή σου». — “ Τι άλλο είναι μέσα στην αυλή μου εκτός από τη μηλιά;», συλλογίστηκε ο μυλωνάς. Κι αμέσως συμ φώνησε και έδωσε το λόγο του στο γέρο. Εκείνος όμως γέλασε όλο κακία και είπε: «Θά’ρθω σε τρία χρόνια να πάρω αυτό που μου ανήκει». Κι αμέσως έφυγε. Όταν ο μυλωνάς γύρισε στο σπίτι του, η γυναίκα του βγήκε να τον προϋπαντήσει και του είπε: «Γιά πες μου, μυλωνά, πού βρέθηκαν όλα αυτά τα πλούτη, που ξαφνικά γέμισαν το σπίτι μας; Σε μια στιγμή μέσα ήρθαν και ξεχείλισαν όλα τα σεντούκια κι οι κασέλες. Κανείς δεν κόπιασε, κα νείς δεν μπήκε να τα φέρει. Και δεν ξέρω πώς έφτασαν ώς εδώ!» Ο άντρας της τότε αποκρίθηκε: “ Συνάντησα στο δάσος ένα γέρο, που μου υποσχέθηκε του κόσμου τα πλούτη, φτάνει να του δώσω ό,τι είναι μέσα στην αυλή μας. Αλλά τι αξία έχει μια μηλιά; Με τόσα που μας έδω σε, μπορούμε μια χαρά να του τη χαρίσουμε!» — «Αχ, άντρα μου», είπε τότε η γυναίκα τρομαγμένη, «ο γέρος αυτός ήταν ο Διάβολος ο ίδιος. Και δεν εννοούσε τη μη λιά, αλλά την κόρη μας, που εκείνη την ώρα είχε βγει και σάρωνε την αυλή».

Η κόρη του μυλωνά ήταν ένα όμορφο και θεοσεβού μενο κορίτσι. Έζησε τα τρία χρόνια με το φόβο τού Θεού, χωρίς αμαρτία. Κι όταν πέρασε ο καιρός και ήρθε η μέρα που θα την έπαιρνε ο Διάβολος, πλύθηκε, έγραψε με κιμωλία έναν κύκλο γύρω της και κάθισε να περιμένει. Ο Διάβολος δεν άργησε νά ‚ρθει. Μόνο που δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Θυμωμένος λοιπόν λέει στο μυ λωνά: «Μην της δώσεις σταγόνα νερό, να μην μπορέ σει να πλυθεί. Γιατί όταν είναι καθαρή, δεν έχω δύναμη να την πλησιάσω». Ο μυλωνάς απ το φόβο του έκανε ό,τι του είπε ο Διάβολος. Την άλλη μέρα ο Πονηρός ξανάρθε, αλλά το κορίτσι είχε κλάψει όλη τη νύχτα και με τα δάκρυα είχε ξεπλύ νει τα χέρια της κι ήταν πεντακάθαρα. Ούτε τώρα λοι πόν τα κατάφερε να την αρπάξει. Και θυμωμένος είπε στο μυλωνά: “ Κόψ‘ της τα χέρια, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσω να την πλησιάσω!» Ο μυλωνάς κόντεψε να πεθάνει: «Μα δεν μπορώ να κόψω τα χέρια τού ίδιου μου του παιδιού!», φώναξε. Ο Διάβολος όμως τον φο βέρισε και του είπε: «Αν δεν το κάνεις, θα πάρω εσένα αντί γι‘ αυτήν». Ο πατέρας τρόμαξε τόσο που έδωσε το λόγο του πως θα το κάνει. Πήγε λοιπόν στην κόρη του και της είπε: «Παιδί μου, αν δεν σου κόψω και τα δυο σου χέρια, ο Διάβολος θα με πάρει μαζί του. Και μέσα στο φόβο μου σάστισα και τού ‚δωσα το λόγο μου.

Βοήθησε με και συχώρεσε με για το κακό που θα σου κά νω». Κι η κόρη του αποκρίθηκε: “ Πατέρα, κάνε με ό,τι θέλεις. Αφού είμαι το παιδί σου». Κι άπλωσε τα δυο της χέρια και τον άφησε να της τα κόψει. Ο Διάβο λος ήρθε για τρίτη φορά, εκείνη όμως είχε κλάψει τόσο πολύ και τόσο πικρά πάνω στις πληγές της που ήταν πεντακάθαρες. Κι αναγκάστηκε να φύγει άπρακτος ο Διάβολος χάνοντας το κορίτσι μια για πάντα. Ο μυλωνάς τότε αγκάλιασε την κόρη του και της είπε: «Κέρδισα τόσα καλά χάρη σε σένα που θα σε φροντίζω και θα σε προσέχω σ‘ όλη μου τη ζωή». Εκείνη όμως αρνήθηκε και είπε: «Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ. Θα ξεκινήσω να γυρίσω τον κόσμο. Οι καλό καρδοι άνθρωποι θα μου δίνουν ένα κομμάτι ψωμί να τρώω». Κι αφού της έδεσαν τα κομμένα χέρια στην πλάτη ξεκίνησε με την ανατολή του ήλιου και προχώρη σε όλη την ημέρα, ώσπου νύχτωσε. Έφτασε τότε σ‘ έναν βασιλικό κήπο και στο φως του φεγγαριού είδε τα δέντρα φορτωμένα καρπούς. Αλλά δεν μπορούσε να μπει, γιατί ολόγυρα ήταν μια βαθιά τάφρος, γεμάτη νερό. Επειδή όμως είχε περπατήσει όλη μέρα χωρίς να βάλει μπουκιά στο στόμα της, η πείνα τη θέριζε κι έπιασε να συλλογιέ ται: “ Αχ, νά ‚μουν μέσα στο περιβόλι, να φάω λίγα φρούτα! Αν μείνω νηστική, θα πεθάνω της πείνας!» Και γονάτισε και προσευχήθηκε στον Κύριο και Θεό.

Ξάφνου παρουσιάστηκε μπροστά της ένας άγγελος, που έδιωξε το νερό και στέγνωσε την τάφρο. Κι έτσι η κοπέλα μπόρεσε να περάσει. Μπήκε λοιπόν στον κήπο και μαζί της μπήκε κι ο άγγελος. Και είδε ένα δέντρο φορτωμένο μ ωραία αχλάδια, ώριμα και γλυκά. Αλλά ήταν μετρημένα. Προχώρησε τότε η κοπέλα κι έκοψε ένα με το στόμα και τό ‚φαγε. Αλλά μόνο ένα κι όκι άλλο. Ο κηπουρός την είδε, επειδή όμως ήταν κι ο άγγελος μαζί της, φοβήθηκε και νόμισε πως το κορίτσι ήταν δαι μόνιο. ΙΥ αυτό σώπασε και δεν τόλμησε να μιλήσει ή να φωνάξει. Όταν η κοπέλα έφαγε το αχλάδι και χόρτασε την πείνα της, πήγε και κρύφτηκε μέσα στους θάμνους. Την άλλη μέρα το πρωί κατέβηκε στον κήπο ο βα σιλιάς. Μέτρησε τ αχλάδια του και βρήκε πως έλειπε ένα: ούτε στο κλαδί ήταν ούτε στη γη είχε πέσει. Ρώ τησε λοιπόν τον κηπουρό τι είχε γίνει. Κι ο κηπουρός τού αποκρίθηκε: «Χτες τη νύχτα ήρθε ένα δαιμόνιο που δεν είχε χέρια κι έκοψε ένα με το στόμα και τό ‚φαγε». Ο βασιλιάς ρώτησε: «Και πώς κατάφερε το δαιμόνιο να περάσει την τάφρο; Και πού πήγε όταν έφαγε το αχλάδι κι ύστερα;» Ο κηπουρός απάντησε: “ Κατέβηκε κά ποιος ασπροντυμένος απ‘ τον ουρανό, που έδιωξε το νερό και στέγνωσε την τάφρο, για να μπορέσει το δαιμόνιο να περάσει μέσα. Κι επειδή θα πρέπει να ήταν άγγελος Κυ ρίου, δεν τόλμησα ούτε να ρωτήσω ούτε να φωνάξω. Και όταν το δαιμόνιο έφαγε το αχλάδι, έφυγε και κρύφτηκε στους θάμνους». Ο βασιλιάς είπε: “ Αν είναι έτσι όπως τα λες, θα ξαγρυπνήσω απόψε μαζί σου».

Όταν σκοτείνιασε, κατέβηκε ο βασιλιάς στον κήπο κι έφερε μαζί του κι έναν παπά, για να μιλήσει στο δαι μόνιο. Κάθισαν κι οι τρεις κάτω απ το δέντρο και πρό σεχαν να μην τους πάρει ο ύπνος. Τα μεσάνυχτα σύρ θηκε η κοπέλα έξω απ τους θάμνους, πλησίασε το δέν τρο, έκοψε πάλι ένα αχλάδι με το στόμα και τό ‚φαγε. Και πλάι της στεκόταν ο άγγελος, ασπροντυμένος. Ο παπάς τότε σηκώθηκε και είπε: «Έρχεσαι απ‘ το Θεό ή είσαι απ‘ τον κόσμο τούτο; Είσαι δαιμόνιο ή άνθρωπος;» Το κορίτσι απάντησε: “ Δεν είμαι δαιμόνιο, αλλά μια φτωχιά και δυστυχισμένη γυναίκα, που την εγκατέ λειψαν όλοι, εκτός απ‘ τον Θεό». Ο βασιλιάς τότε μπήκε στη μέση και είπε: «Ακόμα κι αν σ‘ έχει εγκαταλείψει ο κόσμος όλος, εγώ δεν θα σ‘ αφήσω αβοήθητη». Και την πήρε μαζί του στο παλάτι. Κι όταν είδε πως ήταν τόσο όμορφη και τόσο καλή, την αγάπησε, πρόσταξε να της φτιάξουν ασημένια χέρια και την πήρε γυναίκα του.

Ένα χρόνο αργότερα ο βασιλιάς αναγκάστηκε να φύγει στον πόλεμο. Εμπιστεύθηκε λοιπόν τη νεαρή βα σίλισσα στη μάνα του και της είπε: «Όταν θά ‚ρθει ο καιρός της να γεννήσει, βοήθησε την και φρόντισε την και στείλε μου αμέσως μήνυμα». Πράγματι η βασίλισ σα γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Κι η γριά μάνα έγραψε αμέσως στο βασιλιά κι έστειλε μαντατοφόρο να του πάει το γράμμα. Ο μαντατοφόρος όμως κουράστηκε, ξάπλω σε σ‘ ένα ποταμάκι να ξαποστάσει κι αποκοιμήθηκε. Ήρθε τότε ο Διάβολος, που ακόμα γύρευε τρόπο να βλά ψει τη θεοσεβούμενη βασίλισσα, κι άλλαξε το γράμμα μ‘ ένα άλλο, που έλεγε ότι η βασίλισσα είχε γεννήσει ένα τέρας. Όταν ο βασιλιάς διάβασε το γράμμα, βούλιαξε στην αγωνία και στη θλίψη. Αλλά έστειλε απόκριση να φρον τίζουν και να προσέχουν τη βασίλισσα ώς το γυρισμό του. Ο μαντατοφόρος πήρε το δρόμο για το παλάτι, στα μάτησε στο ίδιο μέρος για να ξαποστάσει κι αποκοιμή θηκε ξανά. Κι ο Διάβολος ήρθε πάλι κι άλλαξε το γράμ μα κι έβαλε στον κόρφο του ένα άλλο, που έλεγε ότι έπρεπε να σκοτώσουν τη βασίλισσα και το παιδί της. Η γριά μητέρα του βασιλιά τρόμαξε όταν το διάβασε και δεν πίστευε στα μάτια της. Ξανάγραψε στο βασιλιά, αλλά άλλη απάντηση δεν πήρε, γιατί ο Διάβολος κάθε φορά άλλαζε στον κόρφο του μαντατοφόρου τα γράμμα τα. Και το τελευταίο γράμμα πρόσταζε ακόμα να βγά λουν τη γλώσσα και τα μάτια της βασίλισσας και να τα κρατήσουν, για νά ‚ναι σίγουρος ο βασιλιάς πως ακολού θησαν τις προσταγές του.

Η γριά μάνα του έκλαψε πικρά, που έπρεπε να χυ θεί τόσο αθώο αίμα. Και μέσα στη νύχτα πρόσταξε να της φέρουν μιαν ελαφίνα, της έκοψε τη γλώσσα, της έ βγαλε τα μάτια και τα φύλαξε. Και το πρωί κάλεσε τη βασίλισσα και της είπε: «Δεν μπορώ να σε σκοτώσω, όπως με προστάζει ο βασιλιάς. Αλλά δεν μπορώ και να σ‘ αφήσω άλλο να μείνεις εδώ. Πάρε το παιδί σου και πή γαινε όπου σε φωτίσει ο Θεός. Και μην ξανάρθεις ποτέ εδώ». Της έδεσε το παιδί στην πλάτη κι η δύστυχη γυ ναίκα έφυγε κλαίγοντας. Περπάτησε, περπάτησε, ώσπου έφτασε σ‘ ένα με γάλο και πυκνό δάσος. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε στον Θεό, κι ο άγγελος παρουσιάστηκε πάλι μπροστά της και την οδήγησε σ‘ ένα μικρό σπιτάκι. Στην πόρτα είχε μια πινακίδα: “ Εδώ μπορεί να μείνει όποιος θέ λει». Λπό μέσα βγήκε μια κοπέλα ντυμένη στα κάτα σπρα, που μίλησε και είπε: «Καλωσόρισες, βασίλισσα μου». Και την οδήγησε μέσα, έλυσε το μωρό απ‘ την πλάτη της και της τό ‚δωσε στο στήθος, να το χορτάσει με το γάλα της. Κι ύστερα τό ‚βαλε σε μια ζεστή, φρεσκοστρωμένη κούνια να κοιμηθεί. Η δύστυχη γυναίκα τότε ρώτησε: «Πού το ξέρεις πως ήμουν βασίλισσα;»

Κι η κοπέλα αποκρίθηκε: “ Είμαι άγγελος και μ‘ έ στειλε ο Θεός να φροντίζω εσένα και το παιδί σου». Κι έμειναν σ’αυτό το σπιτάκι εφτά ολόκληρα χρόνια, χω ρίς να στερηθούν τίποτα. Και χάρη στην ευσέβεια και την καλοσύνη της, ο Θεός της ξανάδωσε τα χαμένα της χέρια. Επιτέλους ο βασιλιάς γύρισε απ‘ τον πόλεμο και πριν από καθετί άλλο ζήτησε να δει τη γυναίκα και το παιδί του. Η γριά μητέρα του άρχισε τότε να κλαίει και του είπε: “ Κακέ και σκληρόκαρδε άντρα! Δεν μού ‚γραψες εσύ να τους σκοτώσω και να πάρω στο λαιμό μου δυο αθώες ψυχές;» Και τού ‚ δείξε τα δυο γράμματα που είχε αλλάξει ο Διάβολος στον κόρφο του μαντατοφόρου. Κι ύστερα του είπε: «Έκανα όπως με πρόσταξες». Και τού ‚δειξε τα πειστήρια, τα μάτια και τη γλώσσα που είχε κρατήσει.

Ο βασιλιάς τότε άρχισε να κλαίει πικρά για τη γυ ναίκα του και το παιδί του. Και τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι απ‘ τα μάγουλα του, ώσπου η μάνα του τον λυπή θηκε και του είπε: «Σταμάτα να θρηνείς, είναι ακόμα ζωντανοί. Έβαλα να σφάξουν στα κρυφά μιαν ελαφίνα κι απ‘ αυτήν έκοψα τη γλώσσα κι έβγαλα τα μάτια, ό πως μου είχες ζητήσει. Τη γυναίκα σου όμως την έδιω ξα. Της έδεσα το παιδί στην πλάτη και της είπα να πάει όπου τη φωτίσει ο Θεός. Και την έβαλα να μου υποσχε θεί ότι δεν θα ξανάρθει ποτέ εδώ, για να γλιτώσει από την οργή σου». Ο βασιλιάς τότε είπε: «Θα φύγω και θα ψάξω να τους βρω. Όσο ο ουρανός ξημερώνει γαλα νός, εγώ θα προχωρώ. Κι ούτε θα φάω ούτε θα πιω ώσ που να βρω τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Κι αν εί ναι ακόμα ζωντανοί και δεν έχουν πεθάνει απ‘ την πείνα, τότε θα τους βρω».

Ξεκίνησε λοιπόν ο βασιλιάς και γύριζε τον κόσμο εφτά ολόκληρα χρόνια. Κι έψαχνε σ‘ όλες τις σπηλιές και σ‘ όλα τα λαγκάδια, αλλά δεν έβρισκε τη γυναίκα του και το παιδί του. Και κόντευε πια να πιστέψει πως είχαν χαθεί. Όλον αυτόν τον καιρό δεν είχε βάλει μπουκιά στο στόμα του και δεν είχε πιει γουλιά νερό. Ο Θεός όμως τον κρατούσε στη ζωή. Ώσπου κάποια μέρα έφτασε σ‘ ένα μεγάλο δάσος και βρήκε ένα μικρό σπιτάκι που έγραφε στην πόρτα του: «Εδώ μπορεί να μείνει όποιος θέλει». Από μέσα βγήκε μια κοπέλα ντυμένη στα κατά λευκα, τον πήρε απ‘ το χέρι, τον έφερε μέσα και του είπε: “ Καλωσόρισες, βασιλιά μου. Πούθε έρχεσαι;» Εκείνος τότε της αποκρίθηκε πως γύριζε στον κόσμο εφτά ολόκληρα χρόνια, για να βρει τη γυναίκα του και το παιδί του αλλά άδικος κόπος. Ο άγγελος του πρόσφερε να φάει και να πιει, εκείνος όμως αρνήθηκε και ζή τησε μονάχα να τον αφήσει λιγάκι να ξεκουραστεί.

Κι έπεσε για ύπνο και σκέπασε το πρόσωπο του με το μαντίλι του. Ο άγγελος τότε πήγε στη διπλανή κάμαρα, όπου καθόταν η βασίλισσα με το γιο της, που τον είχε βγάλει Πονεμένο. Και της μίλησε και της είπε: «Πήγαινε δί πλα, μαζί με το παιδί σου. Γιατί ήρθε ο άντρας σου». Κι εκείνη πήγε, και το μαντίλι, που σκέπαζε το πρόσω πο του κοιμισμένου, έπεσε καταγής. Η βασίλισσα τότε είπε: «Πήγαινε, γιε μου, να σηκώσεις το μαντίλι και να σκεπάσεις το πρόσωπο του πατέρα σου». Και το παιδί έκανε όπως του είπε. Μέσα στον ύπνο του τ άκου σε ο βασιλιάς και χάρηκε και ξανάριξε το μαντίλι του κατάχαμα. Το παιδί τότε έχασε την υπομονή του και είπε: «Πώς μπορώ, μάνα, να σκεπάσω το πρόσωπο του πατέρα μου; Αφού δεν έχω πατέρα σ‘ αυτόν τον κόσμο!

Εσύ δεν μου έμαθες την προσευχή μου; Πάτερ ημο>ν, ο εν τοις ουρανοίς; Εσύ δεν μου είπες ότι ο πατέρας μου βρίσκε ται στον ουρανό κι είναι ο καλός Θεούλης; Ποιος είναι αυ τός ο αγριάνθρωπος; Δεν μπορεί να είναι ο πατέρας μου!» Σαν τ‘ άκουσε αυτό ο βασιλιάς, σηκώθηκε και ρώτησε τη γυναίκα ποια ήταν. Κι εκείνη του αποκρίθηκε: «Είμαι η γυναίκα σου κι αυτός είναι ο γιος σου, ο Πονεμένος». Κι ο βασιλιάς είδε τα χέρια της και της είπε: «Η γυ ναίκα μου είχε ασημένια χέρια». Κι εκείνη απάντησε: “ Ο σπλαχνικός Θεός μού ξανάδωσε τα χέρια μου». Και ο άγγελος μπήκε μέσα στο δωμάτιο φέρνοντας τ αση μένια χέρια να του τα δείξει. Και τότε ο βασιλιάς σιγου ρεύτηκε πως ήταν πράγματι η γυναίκα του και το παιδί του, τους αγκάλιασε και τους φίλησε και δεν ήξερε πώς

LanguagesΜάθετε γλώσσες. Πατήστε δύο φορές σε μια λέξη.Μάθετε γλώσσες στο πλαίσιο με το Childstories.org και το Deepl.com.

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση

Δείκτης
αξία
Δείκτης Aarne-Thompson-UtherATU Typ 706, 930
ΜεταφράσειςEN, ZH, ES, FR, RU, UA, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, DA, SE, BG
Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson32,6
Αριθμός χαρακτήρων12.722
Αριθμός γραμμάτων9.905
Αριθμός ποινών142
Καταμέτρηση λέξεων2.368
Μέσες λέξεις ανά πρόταση16,68
Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα378
Ποσοστό μακρύς λέξεων16,0%
Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR)0,322
Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR)0,818
Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD)94,9
Άπαξ λεγόμενα476
Μέσο μήκος λέξης4,18
Διάμεσος μήκους πρότασης15,5
90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης27,9
Αριθμός συλλαβών4.266
Μέσες συλλαβές ανά λέξη1,80
Λέξεις με τρεις συλλαβές525
Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές22,2%
Ποσοστό άμεσου λόγου33,7%
Συντακτική πολυπλοκότητα2,35
Συνδετικές λέξεις164
Αναφορική συνοχή0,012
Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματαΔιάβολος (11), Θεός (6), Θεό (4), Εδώ (2), Καλωσόρισες (2), Είμαι (2), Πήγαινε (2)
Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρωνΕίμαι - Θεός (1)
Υποψήφια μοτίβα/ετικέτεςΑδελφοί Γκριμ
Ερωτήσεις, σχόλια ή αναφορές εμπειριών;

Αποδέχομαι την πολιτική απορρήτου.

Κορυφαία παραμύθια

Πνευματική ιδιοκτησία © 2026 -   Σχετικά με εμάς | Ιδιωτικό απόρρητο|  Ολα τα δικαιώματα διατηρούνται Υποστηρίζεται από childstories.org

Keine Internetverbindung


Sie sind nicht mit dem Internet verbunden. Bitte überprüfen Sie Ihre Netzwerkverbindung.


Versuchen Sie Folgendes:


  • 1. Prüfen Sie Ihr Netzwerkkabel, ihren Router oder Ihr Smartphone

  • 2. Aktivieren Sie ihre Mobile Daten -oder WLAN-Verbindung erneut

  • 3. Prüfen Sie das Signal an Ihrem Standort

  • 4. Führen Sie eine Netzwerkdiagnose durch