Χρόνος ανάγνωσης: 8 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένα βασιλόπου λο, που ήθελε να γυρίσει τον κόσμο. Ξεκίνησε λοι πόν και δεν πήρε μαζί του κανέναν, παρά μονάχα τον πι στό του υπηρέτη. Μια μέρα έφτασαν σ‘ ένα μεγάλο δά σος. Κι όταν βράδιασε, άρχισαν ν αναρωτιούνται πού θα μπορούσαν να περάσουν τη νύχτα τους, αφού δεν υ πήρχε ούτε χάνι ούτε πανδοχείο εκεί κοντά. Το βασιλό πουλο τότε είδε μια κοπέλα να προχωράει σ‘ ένα καλυ βάκι. Πλησιάζοντας πρόσεξε πως ήταν νέα και όμορφη. Της μίλησε, λοιπόν, και της είπε: «Κοπέλα μου, γιά πες μου: μπορώ να περάσω τη νύχτα μου σε τούτη την καλύβα, μαζί με τον υπηρέτη μου;» — «Μα και βέ βαια μπορείτε», του απάντησε η κόρη στενοχωρημένη. «Αλλά αν με ρωτάτε, δεν σας το συμβουλεύω. Καλύτερα να μην περάσετε το κατώφλι της». — «Και γιατί όχι;», τη ρώτησε το βασιλόπουλο. “ Γιατί η μητριά μου ξέρει τις τέχνες του Διαβόλου και δεν της αρέσουν καθόλου οι ξένοι».
Το βασιλόπουλο τότε κατάλαβε ότι είχε φτάσει μπρο στά στην καλύβα μιας μάγισσας. Επειδή όμως είχε πια νυχτώσει και άλλο μέρος δεν έβρισκε να κοιμηθεί, και επειδή μαγείες και τέτοια καθόλου δεν τον φόβιζαν, απο φάσισε να μπει μέσα. Η γριά καθόταν σε μια πολυθρό να μπροστά στο τζάκι. Και μόλις οι δυο ξένοι πέρασαν το κατώφλι της, κάρφωσε πάνω τους τα μάτια της κατα κόκκινα. “ Καλησπέρα!», τους είπε με γλυκιά φωνή, όλο ευγένεια. “ Κοπιάστε να ξεκουραστείτε!» Και συδαύλισε τη φωτιά στο τζάκι. Πάνω απ‘ τις φλόγες κρε μόταν ένα καζάνι, που έβραζε. Η κοπέλα είχε προειδο ποιήσει τους δυο ξένους να έχουν τα μάτια τους δεκα τέσσερα: τίποτα να μη φάνε και τίποτα να μην πιούνε στην καλύβα της μάγισσας. Γιατί η γριά έφτιαχνε φαρ μακερά καταπότια.
Κοιμήθηκαν ήσυχα ώς το πρωί. Κι όταν πια ετοι μάζονταν να φύγουν και το βασιλόπουλο είχε καβαλικέ ψει το άλογο του, η γριά έτρεξε και του είπε: «Περιμέ νετε! Έχω φτιάξει κάτι για σας, να το πιείτε για το καλό κατευόδιο!» Και γύρισε στην καλύβα της για να το φέρει. Την ώρα εκείνη ο πρίγκιπας σπιρούνισε το άλογο του κι απομακρύνθηκε. Όταν λοιπόν η κακιά μάγισσα ξαναβγήκε, βρήκε μονάχα τον υπηρέτη, που έδενε τη σέλα του αλόγου του. «Να το δώσεις στον αφέντη σου», τον πρόσταξε και τού ‚βαλε στο χέρι ένα μικρό μπουκαλάκι. Μα τη στιγμή εκείνη το γυαλί ράισε και λί γες σταγόνες έπεσαν στη χαίτη του αλόγου. Κι ήταν το φαρμάκι τόσο δυνατό, που το άλογο έπεσε κατάχαμα νε κρό. Ο υπηρέτης έτρεξε κι εξιστόρησε στον αφέντη του αυτό που είχε συμβεί. Αλλά δεν ήθελε να αφήσει και τη σέ λα του να πάει χαμένη. Γύρισε λοιπόν να την πάρει. Και καθώς πλησίαζε στο ψόφιο άλογο του, είδε ένα κοράκι που είχε στρωθεί και τσιμπολογούσε το κουφάρι. “ Ποιος ξέρει αν θα βρούμε σήμερα καλύτερο κυνήγι από αυτό;», αναρωτήθηκε, σκότωσε το κοράκι και το πήρε μαζί του.
Όλη μέρα περπατούσαν, αλλά δεν κατάφεραν να βγούνε από το δάσος. Μόλις σκοτείνιασε όμως, βρήκαν ένα πανδοχείο και μπήκαν να ξεκουραστούν. Ο υπηρέτης έδωσε στον ταβερνιάρη το κοράκι και του είπε να τους το μαγειρέψει να το φάνε. Έλα όμως που το πανδοχείο εκείνο ήταν λημέρι ληστών. Και μέσα στο σκοτάδι ήρθαν δώδεκα ληστές να σκοτώσουν τους ξένους και να τους ληστέψουν. Αλλά πριν αρχίσουν τη δουλειά τους, κάθι σαν στο τραπέζι, μαζί με τον ταβερνιάρη και τη μάγισ σα, να φάνε τη σούπα που είχε φτιάξει ο ταβερνιάρης απ‘ το κρέας του κοράκου. Δεν πρόλαβαν να καταπιούν την πρώτη μπουκιά κι έπεσαν όλοι τους νεκροί. Γιατί ο κόρακας είχε κι αυτός φαρμακωθεί απ‘ το κρέας τού αλόγου. Κανείς δεν είχε απομείνει λοιπόν στο πανδοχείο, εκτός από τη μικρή κόρη του ταβερνιάρη, που ήταν καλή και τίμια και δεν είχε ανακατευτεί στις βρομοδουλειές τής συμμορίας. Άνοιξε στους ξένους όλες τις πόρτες και τους έδειξε αμύθητους θησαυρούς. Το βασιλόπουλο όμως της είπε να τους κρατήσει όλους για τον εαυτό της. Και χωρίς να πάρει τίποτα, καβάλησε τ άλογο του κι έφυγε με τον υπηρέτη του.
Δρόμο πήραν και δρόμο άφησαν, ώσπου έφτασαν σε μια πολιτεία, όπου ζούσε μια όμορφη αλλά ψηλομύτα βασιλοπούλα. Η πεντάμορφη είχε βάλει να διαλαλήσουν σ‘ όλο το βασίλειο ότι θα παντρευόταν τον άντρα εκείνο που θα της έβαζε ένα αίνιγμα τόσο δύσκολο, ώστε να μην μπορέσει να το λύσει. Αν όμως η πριγκίπισσα κα τάφερνε να λύσει το αίνιγμα, τότε θα τού ‚παιρνε το κε φάλι. Είχε τρεις μέρες διορία, να σκεφτεί. Ήταν όμως τόσο έξυπνη που πάντα έβρισκε τη λύση νωρίτερα. Εν νιά παλικάρια είχαν κιόλας χάσει το κεφάλι τους. Όταν έφτασε το βασιλόπουλο και την είδε, θαμπώθηκε τόσο απ την ομορφιά της που αποφάσισε να ρισκάρει τη ζωή του για χάρη της. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπροστά της και της είπε το αίνιγμα του: «Ποιος είναι αυτός που δεν πειράζει κανέναν κι όμως δώδεκα σκοτώνει;» Η πριγκίπισσα δεν ήξερε. Έσπασε το κεφάλι της να το βρει, αλλά δεν τα κατάφερε. Άνοιξε τα σοφά της τα κι τάπια, αλλά αδύνατον να βρει τη λύση. Με λίγα λόγια, όλη της η εξυπνάδα κι όλη της η περηφάνια δεν μπο ρούσαν να τη βοηθήσουν.
Έστειλε λοιπόν τη δούλα της να τρυπώσει κρυφά στην κάμαρα του πρίγκιπα και να κρυφακούσει τα όνει ρα του γιατί, σκέφτηκε, μπορεί να παραμιλάει στον ύπνο του και να προδώσει τη λύση στο αίνιγμα μονάχος του. Αλλά ο πονηρός υπηρέτης είχε πλαγιάσει στο κρε βάτι, στη θέση του αφέντη του. Κι όταν ζύγωσε η δούλα της βασιλοπούλας, της άρπαξε το πανωφόρι της και την έδιωξε με ξυλιές. Τη δεύτερη νύχτα η βασιλοπούλα έστείλε τη βάγια της, μήπως κι αυτή τα καταφέρει κα λύτερα. Ο υπηρέτης όμως την ξαπόστειλε κι αυτή με τον ίδιο τρόπο. Τότε πια ο πρίγκιπας πίστεψε ότι δεν υπήρ χε κίνδυνος. Και την τρίτη νύχτα δεν άφησε τον υπηρέ της του, παρά κοιμήθηκε ο ίδιος στο κρεβάτι του. Την τρίτη νύχτα λοιπόν ήρθε κρυφά στο δωμάτιο του η ίδια η βασιλοπούλα, φορώντας ένα σκούρο πανωφόρι, γκρίζο σαν την ομίχλη. Κάθισε δίπλα του και περίμενε κι όταν φαντάστηκε πως πια τον είχε πάρει για τα καλά ο ύπνος, τον ρώτησε και περίμενε πως μέσα στ όνειρο του θα της απαντήσει, όπως πολλοί άνθρωποι το κάνουν εκείνος όμως δεν κοιμόταν, παρά ήταν ξύπνιος κι όλα τ‘ άκουγε και τα καταλάβαινε μια χαρά. «Ποιος είναι αυτός που κανέναν δεν πειράζει;», τον ρώτησε η βασι λοπούλα. «Το κοράκι, που έφαγε το φαρμακωμένο κρέας του αλόγου και ψόφησε», της αποκρίθηκε το βασιλό πουλο. “ Και ποιος είναι αυτός που δώδεκα σκοτώνει;»
ξαναρώτησε η βασιλοπούλα. «Πάλι το κοράκι, που το κρέας του το έφαγαν δώδεκα ληστές και πέθαναν», της απάντησε το βασιλόπουλο. Εκείνη, ξέροντας πια τη λύ ση απ‘ το δύσκολο αίνιγμα, προσπάθησε να φύγει σιγά σιγά. Ο πρίγκιπας όμως κρατούσε σφιχτά την άκρη τού πανωφοριού της και την ανάγκασε να τ‘ αφήσει. Την άλλη μέρα το πρωί η βασιλοπούλα δήλωσε πως είχε βρει τη λύση και κάλεσε δώδεκα κριτές ν‘ ακούσουν και να κρίνουν. Ο πρίγκιπας όμως ζήτησε το λόγο και τους είπε: «Χτες τη νύχτα τρύπωσε κρυφά στην κάμα ρα μου και μου ζήτησε να της πω τη λύση, αλλιώς δεν Οα την έβρισκε ποτέ της». Οι κριτές τότε του είπαν: «Φέρε μας μιαν απόδειξη πως λες την αλήθεια». Ο υπηρέτης παρουσίασε τότε τα τρία πανωφόρια. Κι όταν

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 851 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, RU, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, DA, SE, BG |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 33,5 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 6.751 |
| Αριθμός γραμμάτων | 5.350 |
| Αριθμός ποινών | 79 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 1.194 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 15,11 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 219 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 18,3% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,436 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,823 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 102,9 |
| Άπαξ λεγόμενα | 379 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,48 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 13,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 26,2 |
| Αριθμός συλλαβών | 2.271 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,90 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 312 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 26,1% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 13,9% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,86 |
| Συνδετικές λέξεις | 72 |
| Αναφορική συνοχή | 0,014 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | κανένα |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | κανένα |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |

















