Χρόνος ανάγνωσης: 5 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας άνθρωπος που είχε εφτά γιους και καμιά θυγατέρα, παρ όλο που πολύ τη λαχταρούσε. Ώσπου επιτέλους η γυναίκα του τού ‚δωσε πάλι ελπίδες για παιδί, κι όταν γέννησε, έφερε στον κόσμο ένα κοριτσάκι. Η χαρά τους ήταν με γάλη. Το μωρό όμ,ως ήταν μικρούλι κι αδύναμο, κι αναγ κάστηκαν να το βαφτίσουν στα γρήγορα, μπας και πε θάνει. Ο πατέρας έστειλε αμέσως ένα απ‘ τ αγόρια στο πηγάδι, να φέρει νερό για τη βάφτιση: τ‘ άλλα έξι έτρε ξαν πίσω του, γιατί όλα τους ήθελαν να φτάσουν πρώτα και να τραβήξουν νερό. Απ‘ τη βιασύνη τους όμως τους έπεσε ο κουβάς μέσα στο πηγάδι. Στάθηκαν τότε εκεί και δεν ήξεραν τι να κάνουν. Και κανένα δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι. Η ώρα όμως περνούσε κι ο πατέρας άρχισε να χάνει την υπομονή του: «Το δίχως άλλο θα ξεχάστηκαν με τα παιχνίδια, τα παλιόπαιδα!», είπε.
Και μέσα στη στεναχώρια του, μήπως το κοριτσάκι του πεθάνει αβάφτιστο, θύμωσε και φώναξε: «Ο κόρακας να τα πάρει και να τα σηκώσει και κοράκια να τα κά νει!» Δεν είχε ξεστομίσει καλά καλά τα λόγια του, όταν άκουσε φτεροκοπήματα πάνω απ‘ το κεφάλι του. Κοί ταξε ψηλά κι είδε εφτά κατάμαυρα κοράκια να φεύγουν πετώντας μακριά. Ο πατέρας κι η μάνα στενοχωρήθηκαν πολύ που έχασαν τους εφτά γιους τους, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν πίσω την κατάρα. παρηγορήθηκαν όμως με το μικρό τους κοριτσάκι, που δεν άργησε να δυναμώσει και μεγάλωνε και κάθε μέρα γινόταν ομορφότερο. Πέρασε έτσι ο καιρός και η μικρή δεν ήξερε καν πως είχε εφτά αδέρφια. Γιατί οι γονείς της δεν της είχαν πει τίποτα. Ώσπου μια -μέρα άκουσε κάποιους ανθρώπους να κου βεντιάζουν και να λένε ότι το κορίτσι ήταν στ‘ αλήθεια πολύ όμορφο, αλλά αυτό ήταν η αιτία για τη συμφορά που χτύπησε τα εφτά της αδέρφια. Το κορίτσι λυπήθηκε πολύ και πήγε στη μάνα και στον πατέρα του και τους ρώτησε αν είχε ποτέ αδέρφια και τι είχαν απογίνει. Οι γονείς δεν μπορούσαν πια να της κρύψουν το μυστικό, της είπαν όμως πως η συμφορά ήταν θέλημα του Θεού, πως η γέννηση της έδωσε μονάχα την αφορμή και πως η ίδια δεν έφταιγε καθόλου. Το κοριτσάκι όμως άρχισε να συλλογιέται τ‘ αδέρφια του κάθε μέρα και να ψάχνει τρόπο για να τα σώσει. Και ησυχία δεν μπορούσε να βρει. Ώσπου μια μέρα αποφάσισε να πάρει των ομματίων του και να φύγει, να γυρίσει τον κόσμο και να μη σταθεί, μέχρι να βρει τ‘ αδέρφια του και να τα λυτρώσει απ‘ την κατάρα με κάθε θυσία. Δεν πήρε μαζί του τίποτα, παρεκτός ένα μικρό δαχτυλιδάκι απ‘ τους γονείς του για ενθύμιο, ένα καρβέλι ψωμί να μην πεινάσει, ένα κανατάκι νερό να μη διψάσει κι ένα σκαμνάκι να μην κουραστεί.
Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, προχώρησε πολύ μακριά, ώς την άκρη του κόσμου. Έφτασε στον Ήλιο, μα ο Ή λιος έκαιγε πολύ κι ήταν τρομαχτικός κι έτρωγε τα μικρά παιδιά. Τρέχοντας έφυγε το κοριτσάκι για να γλιτώσει. Και τρέχοντας έφτασε στο Φεγγάρι. Αλλά το Φεγ γάρι ήταν παγωμένο κι άγριο και κακό, κι όταν ένιωσε το κορίτσι να πλησιάζει, είπε: “ Ανθρώπινο κρέας μού μυρίζει». Το κορίτσι τότε βιάστηκε να φύγει κι έτρεξε στ‘ Αστέρια, που ήταν όλα τους ευγενικά και καλότροπα και κάθονταν στις καρεκλίτσες τους ήσυχα ήσυχα. Ο Αυ γερινός σηκώθηκε και της έδωσε ένα μικροσκοπικό κοκαλάκι. «Χωρίς αυτό το κοκαλάκι δεν θα μπορέσεις ν‘ ανοίξεις το Γυάλινο Κάστρο. Και μέσα στο Γυάλινο Κάστρο είναι φυλακισμένα τ‘ αδέρφια σου».
Το κορίτσι πήρε το κοκαλάκι, το τύλιξε προσεχτικά στο μαντίλι του κι έφυγε. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε πάλι, προχώρησε πολύ μακριά, ώσπου έφτασε στο Γυά λινο Κάστρο. Η πύλη ήταν κλειστή και κλειδαμπαρωμένη. Αμέσως η μικρή έβγαλε το μαντίλι της, για ν‘ ανοί ξει με το κοκαλάκι που της είχε χαρίσει ο Αυγερι νός. Όταν όμως ξεδίπλωσε το μαντίλι, το βρήκε αδειανό. Το είχε χάσει το δώρο που της είχε χαρίσει το αστέρι της αυγής. Η μικρή στάθηκε και δεν ήξερε τι να κάνει. Ήθελε πολύ να ελευθερώσει τ‘ αδέρφια της, αλλά δεν είχε το κλειδί για να μπει στο Γυάλινο Κάστρο. Παίρνει τότε η καλή αδερφούλα ένα μαχαίρι και κόβει το μικρό της δαχτυλάκι, το βάζει στην κλειδαριά και νά!, η πόρ τα ανοίγει διάπλατα. Κι ένας κοντούλης νάνος την υπο δέχεται και τη ρωτάει: «Γεια σου, μικρή μου. Τι γυ ρεύεις εδώ;» — “ Ψάχνω τ‘ αδέρφια μου, τα εφτά κο ράκια». Ο νάνος τότε της λέει: «Τ‘ αφεντικά μου τα κοράκια δεν είναι εδώ. Αν θέλεις όμως να περιμένεις να γυρίσουν, μπορείς να περάσεις». Ύστερα ο νάνος έστρω σε το τραπέζι, έβαλε εφτά μικρά πιατάκια κι εφτά πο τηράκια και σέρβιρε το φαγητό κι όλα τα είχε έτοι μα. Κι από κάθε πιατάκι έφαγε το κορίτσι μια μπου κιά, κι από κάθε ποτηράκι ήπιε μια γουλιά. Στο τελευ ταίο όμως άφησε να πέσει το δαχτυλίδι, που είχε πάρει μαζί της.

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 451 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, UA, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, RO, HU, DA, FI, SE, BE, BG |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 36,0 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 4.478 |
| Αριθμός γραμμάτων | 3.534 |
| Αριθμός ποινών | 50 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 808 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 16,16 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 160 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 19,8% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,457 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,802 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 85,0 |
| Άπαξ λεγόμενα | 267 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,37 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 14,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 29,4 |
| Αριθμός συλλαβών | 1.532 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,90 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 211 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 26,1% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 10,3% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,96 |
| Συνδετικές λέξεις | 46 |
| Αναφορική συνοχή | 0,024 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Κάστρο (4), Γυάλινο (3) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | Γυάλινο - Κάστρο (3) |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |

















