Χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά
MIA ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, πριν από πολλά πολ λά χρόνια, ζούσε ένας βασιλιάς, που η σοφία του ήταν ξακουστή σ‘ ολόκληρη τη χώρα. Όλα τα ήξερε, λες κι ο άνεμος του ψιθύριζε στ αυτί ακόμα και τα πιο κρυφά μυστικά. Είχε όμως ένα παράξενο συνήθειο. Κάθε μεσημέρι, όταν τέλειωνε το φαγητό του κι έμενε μόνος, ο πιστός του υπηρέτης τού ‚φερνε πάντα μια ξεχωριστή σουπιέρα. Αλλά η σουπιέρα ήταν πάντα σκεπασμένη, κι ούτε ο υπηρέτης ούτε κανένας άλλος άνθρωπος ήξερε τι είχε μέσα. Γιατί ο βασιλιάς δεν την άνοιγε και δεν έτρωγε το περιεχόμενο της παρά όταν έμενε ολομόναχος. Έτσι πέρασε πολύς καιρός. Μια μέρα όμως ο υπη ρέτης δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι αντί να πάει τη σου πιέρα στο βασιλιά, την πήγε στο δωμάτιο του. Έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα του, σήκωσε το σκέπασμα και τι να δει; Μέσα ήταν κουλουριασμένο ένα άσπρο φίδι.
Όταν το είδε, δεν άντεξε στον πειρασμό και κόβοντας ένα μικρό κομματάκι τό ‚βαλε στο στόμα του. Αλλά δεν πρόλαβε καλά καλά να το αγγίξει με τη γλώσσα του, κι άκουσε έξω απ το ανοιχτό παράθυρο του λεπτές φωνούλες να ψιθυρίζουν αλλόκοτα. Πλησίασε και τέντωσε τ‘ αυτιά του και κατάλαβε ότι ήταν τα σπουργίτια, που μιλούσαν μεταξύ τους κι έλεγαν ένα σωρό ιστορίες, τι εί χαν δει και τι είχαν ακούσει στο δάσος και στους αγρούς. Το κρέας του φιδιού τού είχε δώσει το χάρισμα να κατα λαβαίνει τη λαλιά των πουλιών και των ζώων. Έτυχε όμως και τη μέρα εκείνη η βασίλισσα έχασε το καλύτερο της δαχτυλίδι. Κι οι υποψίες έπεσχν στον πιστό υπηρέτη, που είχε την άδεια να τριγύριζε, σ‘ όλο το παλάτι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να τον φέρουν μπροστά του και με σκληρά λόγια του είπε πως αν δεν έβρισκε τον κλέφτη μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, θα τον θεω ρούσε φταίχτη και θα τον περνούσε από δίκη. 0 κακο μοίρης έκλαιγε και φώναζε πως ήταν αθώος. Αδικος κόπος. Ο βασιλιάς δεν άλλαξε γνώμη. Μέσα στην αγω νία του και στο φόβο του ο δύστυχος υπηρέτης πήγαινε κι ερχόταν στην αυλή και σκεφτόταν τι να κάνει για να γλιτώσει. Στο ποταμάκι που κυλούσε εκεί δίπλα τα νε ρά του, κολυμπούσαν ήσυχα οι πάπιες, καθάριζαν με τα ράμφη τους τα πούπουλα τους και ψιλοκουβέντιαζαν. Ο υπηρέτης κοντοστάθηκε και έστησε αυτί. Έλεγαν πού και πού είχαν πάει το πρωί, τι είχαν δει, τι νοστιμιές είχαν βρει για φαγητό. Και μια πάπια είπε στενοχωρη μένη στις υπόλοιπες: «Έχω ένα βάρος στο στομάχι.
Εκεί, κάτω απ‘ το παράθυρο της βασίλισσας, βρήκα ένα δαχτυλίδι. Και μέσα στη βιασύνη μου το κατάπια „. Στιγμή δεν έχασε ο υπηρέτης: την άρπαξε απ‘ το λαι μό, μια και δυο την πήγε στο μαγειρείο και είπε στο μάγειρα: “ Τούτη η πάπια είναι καλοθρεμμένη. Ό,τι πρέπει για να τη σφάξεις». — “ Δίκιο έχεις», είπε ο μάγειρας ζυγιάζοντας την πάπια στο χέρι του. “ Έ κανε ό,τι μπορούσε για να παχύνει κι ήρθε η ώρα της για να τη σερβίρουμε ψητή στο βασιλικό τραπέζι». Και της έκοψε το λαιμό και την κομμάτιασε και βρήκε μέσα στην κοιλιά της το δαχτυλίδι της βασίλισσας. Ο υπηρέτης μπόρεσε έτσι ν‘ αποδείξει πως ήταν αθώος. Και ο βασιλιάς, για να επανορθώσει το άδικο, τού ‚δωσε χά ρη και τού ‚ταξε το ανώτερο αξίωμα στο παλάτι του.
Ο υπηρέτης όμως αρνήθηκε και τα δώρα και τ‘ αξιώ ματα. Το μόνο που ζήτησε ήταν ένα άλογο και λίγα χρή ματα, για να φύγει και να γυρίσει τον κόσμο. Ο βασιλιάς του έδωσε πρόθυμα αυτά που είχε ζητήσει κι εκείνος τότε ξεκίνησε το ταξίδι του. Μια μέρα, εκεί που προχω ρούσε, έφτασε στην όχθη μιας μικρής λιμνούλας. Κι είδε τρία ψαράκια, που είχαν πιαστεί στις καλαμιές και πά λευαν να γυρίσουν στο νερό. Και μπορεί όλος ο κόσμος να πιστεύει ότι τα ψάρια μιλιά δεν έχουν, εκείνα όμως μιλούσαν κι έκλαιγαν, που θα πήγαιναν έτσι άδικα χα μένα και θά ‚βρισκαν άθλιο θάνατο. Ο υπηρέτης τ‘ άκου σε και τα κατάλαβε. Κι επειδή είχε καλή και πονετική καρδιά, ξεπέζεψε, ελευθέρωσε τα ψάρια απ‘ τις καλα μιές και τά ‚ριξε πίσω στο νερό. Εκείνα σπαρτάρισαν απ‘ τη χαρά τους, έβγαλαν τα κεφαλάκια τους έξω από τα νερά και του φώναξαν: “ Δεν θα σε ξεχάσουμε. Το καλό που μας έκανες θα σ‘ το ξεπληρώσουμε». Ο υπη ρέτης συνέχισε το δρόμο του και μετά από λίγο του φά νηκε πως άκουσε χαμηλά κάτω απ‘ τα πόδια του μια ψιλή φωνούλα. Στάθηκε κι αφουγκράστηκε και πράγματι ήταν ένας βασιλιάς μέρμηγκας, που θρηνούσε: “ Μα κάρι να κρατούσαν οι άνθρωποι μακριά μας αυτά τ‘ αδέ ξια και μεγάλα ζώα! Αυτό το ανόητο άλογο θα τσαλα πατήσει το λαό μου με τα βαριά του πέταλα!» Ο υπη ρέτης τράβηξε τα χαλινάρια κι άλλαξε δρόμο κι άκουσε πίσω του το βασιλιά των μυρμηγκιών να του φωνάζει: “ Δεν θα σε ξεχάσουμε. Το καλό που μας έκανες θα σ‘ το ξεπληρώσουμε». Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, έφτασε σ‘ ένα δάσος κι είδε εκεί έναν κόρακα με τη γυναίκα του, που στέκονταν πάνω απ‘ τη φωλιά τους και πετούσαν έξω τα μικρά τους: «Έξω από δω, χαραμοφάικα», φώναζαν θυμωμένοι. «Μεγαλώσατε πια. Εμείς δεν μπορούμε να σας ταΐζουμε άλλο. Να πάτε να βρείτε μο νάχα σας να χορτάσετε». Τα καημένα τα πουλάκια φτε ροκοπούσαν στο χώμα και τιτίβιζαν τρομαγμένα: «Τι θα κάνουμε τα κακόμοιρα; Εμείς δεν ξέρουμε ακόμα να πετάμε! Θα πεθάνουμε απ‘ την πείνα, αφού κανένας δεν μας φροντίζει!» Ξεπέζεψε τότε το καλόκαρδο παλικάρι, σκότωσε με το σπαθί του το άλογο του και τ άφησε πλάι στα κορακάκια, να το τρώνε, ώσπου να μπορέσουν να πε τάξουν. Εκείνα ζύγωσαν, τσίμπησαν ώσπου να χορτάσουν κι ύστερα του φώναξαν: «Δεν θα σε ξεχάσουμε. Το κα λό που μας έκανες θα σ‘ το ξεπληρώσουμε».
Το παλικάρι προχώρησε με τα πόδια. Κι αφού περ πάτησε πολύ, έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία. Κόσμος πολύς ήταν μαζεμένος στους δρόμους. Κι ένας ντελάλης, καβάλα στ άλογο του, διαλαλούσε δεξιά κι αριστερά πως η βασιλοπούλα έψαχνε να βρει άντρα. Όποιος όμως ήθελε να την πάρει γυναίκα του, έπρεπε να περάσει μια δύσκολη δοκιμασία, κι αν δεν τα κατάφερνε, θά ‚χανε το κεφάλι του. Πολλοί είχαν κιόλας δοκιμάσει, χωρίς επι τυχία. Το παλικάρι θαμπώθηκε όταν είδε την πεντά μορφη βασιλοπούλα. Και ξεχνώντας τους κινδύνους πα ρουσιάστηκε στο βασιλιά και ζήτησε το χέρι της. Αμέσως τον οδήγησαν στην ακροθαλασσιά κι έρι ξαν μέσα στα νερά ένα χρυσό δαχτυλιδάκι. Ο βασιλιάς τον πρόσταξε να βουτήξει στα νερά και να του το φέρει πίσω. «Αν τολμήσεις να γυρίσεις δίχως αυτό, οι φρου ροί μου θα σε σπρώξουν ξανά πίσω στα κύματα, να πνι γείς!», πρόσθεσε ο βασιλιάς. Όλοι λυπήθηκαν τ όμορ φο παλικάρι. Κι ύστερα έφυγαν και τ άφησαν μονάχο του στην ακροθαλασσιά. Εκείνος κάθισε στην αμμουδιά και σκεφτόταν τι να κάνει. Ξάφνου είδε μπροστά του τρία ψαράκια να πλησιάζουν κολυμπώντας. Κι άλλα δεν ήταν απ τα τρία ψαράκια που τους είχε σώσει τη ζωή.
Το μεσιανό κρατούσε στο στόμα του ένα κοχυλάκι ήρθε και τ‘ άφησε στα πόδια του παλικαριού. Κι όταν εκείνος το σήκωσε και τ‘ άνοιξε, είδε μέσα το χρυσό δαχτυλιδάκι. Γεμάτος χαρά τρέχει στο βασιλιά και του το δίνει, περιμένοντας να πάρει την ανταμοιβή του. Αλλά του βασιλιά η θυγατέρα, μαθαίνοντας πως ο υποψήφιος γαμ πρός δεν ήταν από ευγενική γενιά σαν και την ίδια, αρ νήθηκε. Και ζήτησε να τον περάσουν κι από δεύτερη δο κιμασία. Κατέβηκε η ίδια στον κήπο κι άδειασε στο χορτάρι δέκα σακιά κεχρί. «Ως αύριο το πρωί, προτού να βγει ο ήλιος, πρέπει να τά χει μαζέψει όλα. Να μη λείπει ούτε ένα σπυρί!» Είπε κι έφυγε. Το παλικάρι κά θισε στον κήπο και σκεφτόταν τι να κάνει, αλλά λύση δεν έβρισκε και περίμενε λυπημένο την αυγή και το θά νατο. Μόλις όμως χάραξεν η μέρα κι έπεσαν στον κήπο οι πρώτες ηλιαχτίδες, είδε το κεχρί μαζεμένο και τα δέκα σακιά γεμάτα. Και δεν έλειπε ούτε σπυρί. Ο βασι λιάς μέρμηγκας με τις στρατιές των υπηκόων του είχαν έρθει τη νύχτα και είχαν μαζέψει το κεχρί σπυρί σπυρί, για να του δείξουν την ευγνωμοσύνη τους.
Η θυγατέρα του βασιλιά κατέβηκε στον κήπο και απόρησε όταν είδε τα δέκα γεμάτα σακιά και το κεχρί μαζεμένο ώς το τελευταίο σπυρί. Αλλά η περηφάνια της δεν λύγισε και είπε: “ Τι κι αν πέρασε τις δυο δοκι μασίες; Εγώ άντρα μου δεν τον παίρνω, παρεκτός και μου φέρει ένα μήλο απ‘ το Δέντρο της Ζωής». Το πα λικάρι δεν ήξερε πού ήταν το Δέντρο της Ζωής. Ξεκί νησε λοιπόν κι άρχισε να ψάχνει κι είχε πάρει απόφαση

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| αριθμός | KHM 17 |
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 673 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, UA, CZ, PT, JA, DE, KO, VI, TR, IT, PL, NL, RO, HU, DA, FI, SE, BE, BG, ET, SK, SR, NO, LT |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 35,0 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 7.791 |
| Αριθμός γραμμάτων | 6.155 |
| Αριθμός ποινών | 91 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 1.401 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 15,40 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 275 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 19,6% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,443 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,838 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 127,7 |
| Άπαξ λεγόμενα | 455 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,39 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 14,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 25,0 |
| Αριθμός συλλαβών | 2.648 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,89 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 357 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 25,5% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 15,6% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,82 |
| Συνδετικές λέξεις | 85 |
| Αναφορική συνοχή | 0,012 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Δέντρο (2), Ζωής (2) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | Δέντρο - Ζωής (2) |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |

















