Facebook
Τα τρία φύλλα του φιδιού
Grimm Märchen

Τα τρία φύλλα του φιδιού - Παραμύθι του Αδελφοί Γκριμ

Χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας άνθρωπος τόσο φτωχός που δεν μπορούσε να θρέψει ούτε τον μονάκριβο γιο του. “ Καλέ μου πατέρα», του είπε τότε ο γιος του, «τα φέρνεις τόσο δύσκολα βόλτα κι εγώ σου είμαι βάρος. Καλύτερα να φύγω και να κοιτάξω να βγάλω μόνος μου το ψωμί μου». Ο πατέρας του έδωσε την ευχή του και τον αποχωρίστηκε λυπημένος. Τον καιρό εκείνο ο βασιλιάς μιας πανίσχυρης πολιτείας έκανε πόλεμο το παλικάρι λοιπόν μπήκε στο στρατό του και ξεκίνησε για τη μάχη. Κι όταν έφτασαν μπροστά στον εχθρό, η σύγκρουση ήταν τρομερή >.ι ο κίνδυνος μεγάλος. Ο ουρανός έβρεχε μολύβι κι οι στρατιώτες τού βασιλιά σωριάζονταν νεκροί ολόγυρα του. Τέλος σκοτώ θηκε κι ο στρατηγός τους, κι οι νικημένοι πολεμιστές δείλιασαν κι ήταν έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια. Τότε όμως μπήκε μπροστά το παλικάρι, τους έδωσε κουράγιο και φώναξε: «Δεν θ αφήσουμε την πατρίδα μας να χα θεί!» Τον ακολούθησαν κι οι άλλοι κι έτσι κατάφεραν τελικά να νικήσουν. Όταν τό ‚μαθε ο βασιλιάς πως μο νάχα σ‘ αυτόν χρωστούσε τη νίκη, τον έκανε αρχιστρά τηγο, πρώτο και καλύτερο στο βασίλειο του, και του χά ρισε θησαυρούς πολλούς.

Ο βασιλιάς είχε μια κόρη πεντάμορφη. Η πεντάμορ φη βασιλοπούλα όμως είχε μια παραξενιά: είχε δώσει όρκο πως δεν θά ‚παιρνε άντρα της παρά μόνον όποιον της ορκιζόταν ότι θα έμπαινε μαζί της στον τάφο, αν τύχαινε πρώτη εκείνη να πεθάνει. «Αν μ‘ αγαπάει μέσα απ‘ την καρδιά του», έλεγε, “ τι τη θέλει τη ζωή του, όταν εγώ θά ‚χω πεθάνει;» Αν πάλι πέθαινε ο άντρας της πρώτος, τότε θα τον ακολουθούσε κι εκείνη ζωντα νή στον τάφο. Αυτή η αλλόκοτη απαίτηση που είχε, τρό μαζε ώς τότε όλους τους υποψήφιους γαμπρούς. Το πα λικάρι όμως θαμπώθηκε τόσο απ‘ την ομορφιά της που δεν νοιάστηκε καθόλου γι‘ αυτή την παραξενιά της, παρά ζήτησε αμέσως το χέρι της απ‘ το βασιλιά. «Ξέρεις τι όρκο πρέπει να πάρεις για να δεχτεί η θυγατέρα μου να σε παντρευτεί;», τον ρώτησε ο βασιλιάς. “ Ναι», αποκρίθηκε το παλικάρι. «Αν πεθάνει πρώτη, τότε θα πρέπει να κατέβω μαζί της ζωντανός στον τάφο. Αλλά η αγάπη μου είναι τόσο μεγάλη που δεν υπολογίζω κα νέναν κίνδυνο». Συμφώνησε τότε ο βασιλιάς και ο γάμος έγινε με μεγαλοπρέπεια.

Έζησαν καιρό πολύ χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Ώσπου ξαφνικά η νεαρή βασίλισσα αρρώστησε βα ριά και κανένας γιατρός δεν βρισκόταν να την κάνει καλά. Κι όταν πια άφησε την τελευταία της πνοή, ο νεαρός βασιλιάς θυμήθηκε με φρίκη την υπόσχεση που της είχε δώσει. Αλλά δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει. Ο βασιλιάς πατέρας της είχε βάλει φρουρούς σ‘ όλες τις πύλες της πολιτείας: ήταν αδύνατον να ξεφύγει απ‘ τη μοίρα του. Και τη μέρα που η νεκρή κηδεύτηκε, τον κα τέβασαν κι αυτόν στην υπόγεια κρύπτη, όπου βρίσκονταν οι βασιλικοί τάφοι, κλείδωσαν και μαντάλωσαν την πόρτα κι έφυγαν. Δίπλα στο φέρετρο ήταν τοποθετημένο ένα τραπεζάκι με τέσσερα κεριά, τέσσερα καρβέλια ψωμί και τέσσερα κανάτια κρασί. Μόλις θα τέλειωναν, τον περίμενε κι αυ τόν ο θάνατος. Καθόταν λοιπόν βουτηγμένος στη λύπη και στο παράπονο, έτρωγε κάθε μέρα μια μπουκίτσα ψωμί κι έπινε μια γουλιά κρασί μονάχα. Κι έβλεπε μέσα στο σκοτάδι το θάνατο να τον ζυγώνει κάθε στιγμή και περισσότερο. Κι έτσι όπως καθόταν κι έκλαιγε τη μοίρα του, είδε σε μια γωνιά της κρύπτης ένα φίδι να σέρνεται και να πλησιάζει τη νεκρή. Ο νεαρός βασιλιάς νόμισε ότι το φίδι πήγαινε να χορτάσει με τη σάρκα της πεθα μένης γυναίκας του. Σηκώθηκε λοιπόν, τράβηξε το σπα θί του και είπε: α Όσο ζω και βρίσκομαι, δεν θα σ‘ αφή σω να την αγγίξεις!» Και μ‘ αυτά τα λόγια έκοψε το φίδι σε τρία κομμάτια. Μετά από λίγο ένα δεύτερο φίδι πρόβαλε στη γωνιά. Βλέποντας όμως το πρώτο φίδι σκοτωμένο και κομματιασμένο, γύρισε πίσω στην τρύπα του και ξανάρθε σε λίγο κουβαλώντας στο στόμα του τρία πράσινα φύλλα. Πήρε ύστερα τα τρία κομμάτια του νε κρού φιδιού, τα ταίριασε μεταξύ τους και σκέπασε τις τρεις πληγές με τα τρία πράσινα φύλλα. Αμέσως οι πλη γές έκλεισαν, το σκοτωμένο φίδι σάλεψε, ζωντάνεψε ξανά. Και τα δυο μαζί έτρεξαν να χωθούν στη φωλιά τους. Τα φύλλα έμειναν πεσμένα στο δάπεδο.

Το δύστυχο το παλικάρι, που είχε δει τα πάντα, ανα ρωτήθηκε μήπως η μαγική δύναμη των φύλλων μπο ρούσε να γιατρέψει κι ανθρώπους. Τα μάζεψε λοιπόν, έβαλε ένα στο στόμα της νεκρής και τ‘ άλλα δυο στα μάτια της. Την ίδια κιόλας στιγμή το αίμα άρχισε και πάλι να τρέχει στις φλέβες της, ανέβηκε στο πρόσωπο της και ρόδισε ξανά τα μάγουλα της. Πήρε ανάσα η βα σίλισσα, άνοιξε τα μάτια της και ρώτησε: “ Αχ, Θεέ μου, πού βρίσκομαι;» — «Είσαι πλάι μου, αγαπημένη μου γυναίκα», της αποκρίθηκε το παλικάρι και της διη γήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί και πώς είχε καταφέρει να την ξαναφέρει στη ζωή. Της έδωσε ύστερα ψωμί και κρασί κι όταν εκείνη συνήλθε λιγάκι, σηκώθηκε και πή γαν μαζί κι οι δυο τους στην πόρτα. Εκεί άρχισαν να χτυ πούν και να φωνάζουν τόσο δυνατά που οι φρουροί τούς άκουσαν και έστειλαν μαντάτο στο βασιλιά. Ο βασιλιάς κατέβηκε ο ίδιος κι άνοιξε την πόρτα της κρύπτης. Και όταν τους είδε και τους δυο μπροστά του γερούς και δυ νατούς, κόντεψε να τρελαθεί απ‘ τη χαρά του, τώρα που είχε πια περάσει η συμφορά. Ο νεαρός βασιλιάς όμως μάζε ψε τα τρία φύλλα του φιδιού και τά ‚δωσε στον υπηρέτη του να τα κρύψει, λέγοντας: «Φύλαξε τα σαν τα μάτια σου, γιατί ποιος ξέρει τι έχουμε ακόμα ν‘ αντιμετωπίσουμε!»

Αλλά η βασιλοπούλα είχε αλλάξει πολύ από την ημέ ρα που αναστήθηκε: λες κι είχε σβήσει, λες κι είχε χαθεί όλη η αγάπη που είχε μέσα στην καρδιά της για τον άν τρα της. Και μετά από κάμποσο καιρό, όταν εκείνος αποφάσισε να περάσουν μαζί τη θάλασσα για να δούνε τον γερο-πατέρα του, η γυναίκα του λησμόνησε την πί στη και την αγάπη του, λησμόνησε ότι την είχε σώσει απ‘ το θάνατο, κι οι σκέψεις του κακού άρχισαν να τρι γυρίζουν στο μυαλό της: η νεαρή βασίλισσα αγάπησε τον καπετάνιο του καραβιού. Και μια μέρα που ο άντρας της κοιμόταν ξαπλωμένος στο κατάστρωμα, φώναξε τον καπετάνιο, έπιασαν τον κοιμισμένο απ‘ τους ώμους και απ‘ τα πόδια και τον έριξαν στο νερό. Κι ύστερα η βα σιλοπούλα είπε στον καπετάνιο: “ Τώρα θα γυρίσουμε πίσω και θα πούμε ότι πέθανε στο ταξίδι. Θα σε παρου σιάσω στον πατέρα μου και θα μιλήσω για σένα με τέτοια ωραία λόγια που θα μας δώσει την άδεια να παντρευ τούμε και θα σου δώσει το θρόνο του». Αλλά ο πιστός υπηρέτης, που όλα τα είχε δει, έλυσε μια βαρκούλα από το καράβι, μπήκε μέσα κι άφησε τους προδότες να φύ γουν. Μετά από λίγο κατάφερε να βρει τον πνιγμένο α φέντη του και τον μάζεψε μέσα στη βάρκα. Αμέσως έβγαλε τα τρία φύλλα του φιδιού, ακούμπησε ένα στο στόμα και τ‘ άλλα δυο στα μάτια του, κι ο πνιγμένος ξα ναγύρισε στη ζωή.

Μέρα και νύχτα τραβούσαν κουπί κι οι δυο τους, μ‘ όλη τους τη δύναμη. Και η βαρκούλα τους αρμένιζε τόσο γρήγορα που έφτασαν στην πολιτεία του γερο-βασιλιά πριν απ‘ το καράβι με τους δυο προδότες. Ο βασιλιάς απόρησε που τους είδε να φτάνουν μονάχοι και τους ρώ τησε τι είχε συμβεί. Όταν έμαθε για τη φριχτή κακία της κόρης του, είπε: “ Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι η θυγατέρα μου έκανε τέτοιο πράγμα. Η αλήθεια όμως δεν θ αργήσει να λάμψει στο φως». Και έκρυψε τους δυο ναυαγούς σε μια μικρή κάμαρη και τους ορμήνεψε να μη φανερωθούν σε κανέναν. Μετά από λίγο έφτασε και το μεγάλο καράβι. Κι η κακιά βασιλοπούλα παρου σιάστηκε στον πατέρα της με τη θλίψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. “ Γιατί γύρισες μόνη σου; Πού είναι ο άντρας σου;», τη ρώτησε ο πατέρας της. «Αχ, πατέρα μου καλέ», του αποκρίθηκε, «μεγάλη συμφορά μάς βρήκε. Ο άντρας μου αρρώστησε στο ταξίδι και πέθανε. Κι αν δεν ήταν αυτός ο γενναίος καπετάνιος, να με φροντίσει και να με βοηθήσει, θα είχα πεθάνει κι εγώ μαζί του. Ήταν μπροστά και θα σου τα πει κι ο ίδιος». Ο βασιλιάς τότε μίλησε και είπε: «Εγώ, κόρη μου, θα τον αναστήσω τον πεθαμένο». Κι ανοίγοντας την πόρτα της κρυψώνας τους, κάλεσε έξω τον νεαρό βασιλιά και τον υπηρέτη του.

Μόλις η γυναίκα αντίκρισε τον άντρα της, τα γόνατα της λύγισαν και πεσμένη στα πόδια τους γύρεψε συγχώ ρεση. Ο γερο-βασιλιάς όμως είπε: “ Δεν σου αξίζει συγ χώρεση. Εκείνος πρόθυμα σ‘ ακολούθησε στον τάφο όταν πέθανες και σου ξανάδωσε τη ζωή. Εσύ όμως τον σκότωσες στον ύπνο του. Τώρα θα τιμωρηθείς, όπως σου αξίζει». Και την έριξαν μαζί με τον καπετάνιο σ‘ ένα βαρκάκι μισοβουλιαγμένο, τους έσυραν στ ανοιχτό πέ λαγος και τους άφησαν να χαθούν μέσα στα κύματα.

LanguagesΜάθετε γλώσσες. Πατήστε δύο φορές σε μια λέξη.Μάθετε γλώσσες στο πλαίσιο με το Childstories.org και το Deepl.com.

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση

Δείκτης
αξία
Δείκτης Aarne-Thompson-UtherATU Typ 612
ΜεταφράσειςEN, ZH, ES, FR, RU, UA, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, DA, SE, BG
Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson38,1
Αριθμός χαρακτήρων8.072
Αριθμός γραμμάτων6.385
Αριθμός ποινών80
Καταμέτρηση λέξεων1.443
Μέσες λέξεις ανά πρόταση18,04
Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα289
Ποσοστό μακρύς λέξεων20,0%
Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR)0,430
Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR)0,836
Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD)118,2
Άπαξ λεγόμενα448
Μέσο μήκος λέξης4,43
Διάμεσος μήκους πρότασης17,0
90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης29,0
Αριθμός συλλαβών2.719
Μέσες συλλαβές ανά λέξη1,88
Λέξεις με τρεις συλλαβές372
Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές25,8%
Ποσοστό άμεσου λόγου51,6%
Συντακτική πολυπλοκότητα2,21
Συνδετικές λέξεις88
Αναφορική συνοχή0,018
Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματακανένα
Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρωνκανένα
Υποψήφια μοτίβα/ετικέτεςΑδελφοί Γκριμ
Ερωτήσεις, σχόλια ή αναφορές εμπειριών;

Αποδέχομαι την πολιτική απορρήτου.

Κορυφαία παραμύθια

Πνευματική ιδιοκτησία © 2026 -   Σχετικά με εμάς | Ιδιωτικό απόρρητο|  Ολα τα δικαιώματα διατηρούνται Υποστηρίζεται από childstories.org

Keine Internetverbindung


Sie sind nicht mit dem Internet verbunden. Bitte überprüfen Sie Ihre Netzwerkverbindung.


Versuchen Sie Folgendes:


  • 1. Prüfen Sie Ihr Netzwerkkabel, ihren Router oder Ihr Smartphone

  • 2. Aktivieren Sie ihre Mobile Daten -oder WLAN-Verbindung erneut

  • 3. Prüfen Sie das Signal an Ihrem Standort

  • 4. Führen Sie eine Netzwerkdiagnose durch