Χρόνος ανάγνωσης: 12 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσαν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Ήταν πολύ αγαπημένοι μετα ξύ τους και είχαν δώδεκα παιδιά, όλα αγόρια. Μια μέρα λοιπόν ο βασιλιάς είπε στη γυναίκα του: “ Αν το δέκατο τρίτο παιδί που θα φέρεις στον κόσμο είναι κορίτσι, τότε τα δώδεκα αγόρια μας πρέπει να πεθάνουν, για να μείνουν στην κόρη μας όλα μας τα πλούτη και να κληρο νομήσει αυτή μόνη της το βασίλειο». Πρόσταξε μάλιστα να του φτιάξουν δώδεκα φέρετρα, τα γέμισε πριονίδι, έβαλε από ένα σάβανο στο καθένα και τα κλείδωσε σε μια κρυφή κάμαρη. Το κλειδί τό ‚δωσε στη βασίλισσα και της είπε να μη μιλήσει σε κανέναν γι αυτό. Η μάνα όμως καθόταν όλη μέρα πικραμένη κι έκλαι γε. Τόσο που ο μικρός της γιος, που τον έλεγε Βενιαμίν σαν εκείνον της Βίβλου, δεν άντεξε και τη ρώτησε: “ Μη τέρα μου αγαπημένη, γιατί είσαι τόσο λυπημένη;» — “ Καλό μου παιδί „, του αποκρίθηκε εκείνη, «έχω ορ κιστεί να κρατήσω τη λύπη μου κρυφή». Εκείνος όμως τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε, ώσπου η βασίλισσα δεν άντεξε πια, τον πήρε μαζί της, ξεκλείδωσε την κρυφή κάμαρη και του έδειξε τα δώδεκα φέρετρα τα γεμάτα πριονίδι. Και του είπε: «Αγαπημένε μου Βενιαμίν, αυτά τα φέρετρα τα παράγγειλε ο πατέρας σου για σένα και για τα έντεκα αδέλφια σου. Γιατί αν το παιδί που θα φέρω στον κόσμο είναι κορίτσι, όλοι σας θα πρέπει να πεθάνετε». Και μ‘ αυτά τα λόγια άρχισε πάλι να κλαίει πικρά.
Ο γιος της όμως ο μικρός την παρηγόρησε και της είπε: “ Μη στενοχωριέσαι, μητερούλα. Εμείς θα τα κα ταφέρουμε και θα φύγουμε μακριά». — Κι εκείνη του απάντησε: «Πάρε τ‘ αδέλφια σου και πηγαίνετε στο δάσος. Κι ένας από σας να σκαρφαλώνει κάθε μέρα στο πιο ψηλό δέντρο που θα βρείτε, να φυλάει σκοπιά, να παρακολουθεί τον πιο ψηλό πύργο του παλατιού. Αν γεννήσω αγόρι, θα βάλω να σηκώσουν άσπρη σημαία, και τότε είστε ελεύθεροι να γυρίσετε. Αν γεννήσω κορί τσι, θα βάλω να σηκώσουν κόκκινη σημαία: τότε να φύ γετε όσο πιο γρήγορα μπορείτε. Κι ο Θεός μαζί σας. Κάθε νύχτα θα σηκώνομαι και θα προσεύχομαι για σας το χειμώνα, να βρίσκετε φωτιά να ζεσταίνεστε το καλο καίρι, νά ‚χετε σκιά να δροσίζεστε».
Έτσι έδωσε την ευχή της στα παιδιά της κι εκείνα έφυγαν να κρυφτούν στο δάσος. Ένας μετά τον άλλον ανέβαιναν στην κορφή της πιο ψηλής βελανιδιάς και αγνάντευαν τον πύργο του παλατιού. Έντεκα μέρες πέ ρασαν κι ήταν η σειρά του Βενιαμίν να φυλάξει σκοπιά. Απ‘ την κορφή του δέντρου είδε ο μικρός γιος της βα σίλισσας το σημάδι που περίμεναν: η σημαία όμως δεν ήταν άσπρη ήταν η κόκκινη σημαία, κόκκινη σαν το αίμα, που έφερνε το μήνυμα του θανάτου. Θύμωσαν τ‘ αδέρ φια όταν τ‘ άκουσαν, κι έδωσαν όρκο μεταξύ τους: “ Για χάρη ενός κοριτσιού, αποφάσισαν να μας κατα δικάσουν σε θάνατο! Γι αυτό κι εμείς παίρνουμε όρκο το πρώτο κορίτσι που θα συναντήσουμε στο δρόμο μας, θα το σφάξουμε και το αίμα του θα τρέξει κόκκινο στη γη!»
Ύστερα προχώρησαν ακόμα πιο βαθιά μέσα στο δάσος, ώσπου στο πιο σκοτεινό σημείο του βρήκαν ένα ά δειο, μαγεμένο σπιτάκι. «Εδώ θα μείνουμε», αποφάσι σαν. «Κι εσύ, Βενιαμίν, που είσαι ο πιο μικρός κι ο πιο αδύναμος, θα κάθεσαι στο σπίτι και θα φροντίζεις τις δουλειές. Εμείς θα πηγαίνουμε για κυνήγι και θα φέρνουμε το φαγητό “ Έβγαιναν λοιπόν στο δάσος και χτυπού σαν λαγούς κι αγριοελάφια, πουλιά και περιστέρια και ό,τι άλλο έβρισκαν, καλό για φάγωμα. Και τά ‚φερναν όλα στον Βενιαμίν, να τους τα μαγειρέψει, να χορτάσουν την πείνα τους. Δέκα χρόνια έζησαν έτσι όλοι μαζί στο σπιτάκι του δάσους κι ούτε τό ‚νιωσαν ότι πέρασε τόσος καιρός. Στο μεταξύ η κορούλα της βασίλισσας είχε μεγαλώ σει κι είχε γίνει κοριτσάκι καλόκαρδο κι όμορφο“ και ένα χρυσό αστέρι στόλιζε το μέτωπο της. Μια μέρα, που είχαν μπουγάδα στο παλάτι, η μικρή είδε τις πλύστρες ν‘ απλώνουν δώδεκα αντρικά πουκάμισα στον ήλιο. Και ρώτησε τη μητέρα της: «Τίνος είναι αυτά τα δώ δεκα πουκάμισα; Είναι πολύ μικρά για νά ‚ναι του πα τέρα». Βαριαναστενάζοντας η βασίλισσα της αποκρί θηκε: “ Αχ, παιδί μου, αυτά τα πουκάμισα ανήκουν στα δώδεκα αδέρφια σου». — «Πού είναι, μητέρα;», ρώτησε το κοριτσάκι. «Πρώτη μου φορά ακούω πως έχω δώδεκα αδέρφια „. Η μητέρα τότε πήρε τη θυγα τέρα της και της έδειξε την κάμαρη με τα δώδεκα φέρε τρα. “ Αυτά τα φέρετρα», της είπε, «ήταν προορισμέ να για τ‘ αδέρφια σου. Εκείνα όμως τό ‚σκασαν κρυφά, πριν γεννηθείς». Και της εξήγησε πώς είχαν γίνει τα πράγματα. Και το κοριτσάκι της είπε: “ Καλή μου μητερούλα, μην κλαις. Κι εγώ θα πάω να βρω τ αδέρφια μου και να σου τα φέρω πίσω».
Πήρε λοιπόν τα δώδεκα πουκάμισα και μια και δυο ξεκίνησε για το μεγάλο δάσος. Όλη μέρα περπατούσε και το βράδυ έφτασε στο μαγεμένο σπιτάκι στην καρδιά του δάσους. Άνοιξε την πόρτα η μικρή και βρήκε ένα παλικαράκι. Με θαυμασμό αντίκρισε ο Βενιαμίν την ομορφιά της, τα βασιλικά της ρούχα και το χρυσό αστέρι στο μέτωπο της. Και τη ρώτησε: «Πούθε έρχεσαι, κόρη, και πού πηγαίνεις;» — «Βασιλοπούλα είμαι», του αποκρίθηκε το κοριτσάκι. «Και ψάχνω τα δώδεκα αδέρφια μου. Ως τα πέρατα της γης θα φτάσω, για να τα ξαναβρώ». Και τού ‚δειξε τα δώδεκα πουκάμισα που είχε μαζί της. Ο Βενιαμίν κατάλαβε ότι ήταν η μικρή τους αδερφή και της λέει: “ Εγώ είμαι ο Βενιαμίν, ο μι κρότερος απ‘ τα δώδεκα αδέρφια σου». Τότε έκλαψαν μαζί από χαρά αγκαλιάζοντας και φιλώντας ο ένας τον άλλον όλο αγάπη. Ύστερα εκείνος μίλησε και είπε: «Αγαπημένη μου αδερφούλα, υπάρχει ακόμα ένα εμπό διο. Είχαμε πάρει όρκο να σκοτώσουμε όποιο κορίτσι θ‘ απαντούσαμε στο δρόμο μας, γιατί εξαιτίας ενός κορι τσιού αναγκαστήκαμε να φύγουμε απ‘ το παλάτι μας».
«Με χαρά θα δώσω τη ζωή μου, αν είναι έτσι να σώσω τα δώδεκα αδέρφια μου». — «Όκι», την έκοψε ο Βε νιαμίν. «Δεν πρέπει να πεθάνεις. Κρύψου κάτω απ‘ αυτό το κοφίνι, μέχρι νά ‚ρθουν οι άλλοι έντεκα. Κι εγώ θα τους καταφέρω ν αλλάξουν γνώμη». Πράγματι έτσι έγινε. Κι όταν νύχτωσε για τα καλά, γύρισαν τα έντεκα αδέρφια απ‘ το κυνήγι τους και βρή καν το φαγητό έτοιμο να τους περιμένει στο τραπέζι. Κάθισαν λοιπόν κι άρχισαν να τρώνε και τρώγοντας ρώτησαν τον Βενιαμίν: «Τι νέα;» Κι εκείνος απόρησε: «Δεν τα μάθατε; Δεν ξέρετε τίποτα;» — «Όκι», του αποκρίθηκαν. Κι εκείνος τους ξαναρώτησε: “ Ε σείς βγαίνετε έξω και πάτε για κυνήγι στο δάσος. Και περιμένετε από μένα, που είμαι κλεισμένος εδώ μέσα, να σας πω τα νέα;» — «Πες μας, λοιπόν!», του φώναξαν οι υπόλοιποι. Εκείνος όμως δεν έλεγε ν ανοίξει το στόμα του. “ Πρώτα θα μου δώσετε το λόγο σας ότι δεν θα πειράξουμε το πρώτο κορίτσι που θα τύχει να συναντή σουμε, και μετά θα σας πω!» — «Εντάξει, θα τ αφή σουμε να ζήσει! Λέγε, λοιπόν!», είπαν οι άλλοι ανυπό μονα. Και τότε εκείνος μίλησε και είπε: “ Είναι εδώ η αδερφή μας! “ Και σήκωσε το καλάθι και φανερώθηκε η βασιλοπούλα ντυμένη με τα βασιλικά της ρούχα και με το χρυσό αστέρι στο μέτωπο. Κι ήταν τόσο όμορφη που έλαμπε ολόκληρη. Χαρά πλημμύρισε τις καρδιές όλων τους και την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν με αγάπη.
Από κείνη τη μέρα έμεινε κοντά τους. Καθόταν μαζί με τον Βενιαμίν στο σπίτι και τον βοηθούσε στις δουλειές του. Οι άλλοι έντεκα πήγαιναν για κυνήγι, έπιαναν αγριοπούλια, ελάφια, λαγούς και περιστέρια. Κι ο Βενιαμίν με τη μικρή τα μαγείρευαν για νά ‚χουν να τρώνε όλοι τους. Εκείνη μάζευε ξύλα για τη φωτιά, έκοβε χόρτα, έβαζε το καζάνι να βράσει. Κι έτσι το φαγητό ήταν πάν τα έτοιμο στην ώρα του. Κι ακόμα συγύριζε και νοικο κύρευε το σπιτάκι, κι έστρωνε τα κρεβάτια ωραία και καθαρά. Και τ αδέρφια της ήταν πολύ ευχαριστημένα και ζούσαν όλοι μαζί αγαπημένοι. Μια μέρα ο Βενιαμίν κι η αδερφή του είχαν μαγειρέ ψει ένα νόστιμο φαγητό. Κι όταν γύρισαν κι οι υπόλοιποι, ετοιμάστηκαν να καθίσουν όλοι μαζί να φάνε και να πιούνε. Κι ήταν όλο χαρά. Αλλά έξω απ‘ το μαγεμένο σπιτάκι ήταν ένας μικρός κήπος, κι εκεί είχαν φυτρώσει δώδεκα κρίνα. Η μικρή σκέφτηκε να κόψει τα λουλούδια και να τα χαρίσει στ‘ αδέρφια της, στο βραδινό τραπέζι.
Μόλις όμως έκοψε και το τελευταίο κρίνο, την ίδια εκεί νη στιγμή, τα δώδεκα αδέρφια της μεταμορφώθηκαν σε δώδεκα κοράκια και πέταξαν μακριά πάνω απ το δάσος. Και το μικρό σπιτάκι χάθηκε κι αυτό. Το καημένο το κοριτσάκι βρέθηκε ξάφνου μονάχο του μέσα στην ερημιά. Έριξε μια ματιά γύρω της και είδε μια γριά, που γύρισε και της είπε: “ Τι έκανες, μικρή μου; Γιατί δεν τ άφη νες ήσυχα τα δώδεκα άσπρα λουλούδια! Αυτά ήταν τ‘ α δέρφια σου. Τώρα μεταμορφώθηκαν σε κοράκια κι έτσι θα μείνουν για πάντα!» Κλαίγοντας ρώτησε το κο ριτσάκι: “ Και δεν υπάρχει τρόπος για να σωθούν;» — “ Όκι», αποκρίθηκε η γριά. “ Δεν υπάρχει παρά ένας μονάχα τρόπος για να σωθούνε. Είναι όμως τόσο δύσκολος που αποκλείεται να τα καταφέρεις να τους βοηθήσεις. Γιατί θα πρέπει να βουβαθείς για εφτά ολό κληρα χρόνια, να μη μιλήσεις, να μη γελάσεις. Κι αν πεις έστω και μία μόνο λέξη, αν λείπει έστω και μία μόνο ώρα απ‘ τα εφτά χρόνια, τότε άδικα θα πάνε όλοι σου οι κόποι, κι αυτή η λέξη θα σκοτώσει και τα δώδεκα α δέρφια σου».
Τότε το κορίτσι είπε μέσα του: «Είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρω να σώσω τ‘ αδέρφια μου». Βρήκε λοιπόν ένα ψηλό δέντρο, ανέβηκε στα κλαδιά του κι έκλωθε και δεν μιλούσε και δεν γελούσε. Μια μέρα όμως η τύχη τό ‚φερε κι ένας βασιλιάς βγήκε στο δάσος να κυνηγήσει. Κι ο βασιλιάς είχε ένα μεγάλο λαγωνικό, που πήγε ίσια στο δέντρο του κοριτσιού κι άρχισε να γαβγίζει και να πηδάει ολόγυρα αγριεμένο. Ο βασιλιάς πλησίασε και είδε την όμορφη βασιλοπούλα με το χρυσό αστέρι στο μέτωπο και θαμπώθηκε τόσο απ‘ την ομορ φιά της, που τη ρώτησε αν ήθελε να γίνει γυναίκα του. Εκείνη δεν έδωσε απάντηση, μόνο έγνεψε ανάλαφρα με το κεφάλι της και τού ‚κανε νόημα πως δέχεται. Σκαρ φάλωσε τότε ο βασιλιάς στο δέντρο και την κατέβασε και την πήρε στο άλογο του και την έφερε στο παλάτι του.
Κι έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια. Η νύφη όμως ούτε μίλησε ούτε γέλασε. Έζησαν έτσι ευτυχισμένοι λί γα χρόνια, ώσπου η μάνα του βασιλιά, που ήτανε κακιά στην ψυχή της, άρχισε να βάζει λόγια στο γιο της για τη νεαρή γυναίκα του: “ Πήγες και μάζεψες μια παλιοζητιάνα απ‘ το δρόμο και την ανέβασες στο θρόνο σου! Ποιος ξέρει τι βρομοδουλειές σκαρώνει πίσω απ‘ την πλάτη σου! Κι αν ακόμα δεν έχει μιλιά να μιλήσει, θα μπορούσε, μια φορά έστω, να γελάσει… Όποιος δεν γελάει ποτέ του, έχει σίγουρα κάτι κακό να κρύψει». Ο βασιλιάς στην αρχή δεν την πίστεψε. Η γριά όμως δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί, συνέχεια κατηγορούσε τη νύφη της για ένα σωρό φριχτά κι απαίσια πράγματα, ώσπου τον έπεισε να την καταδικάσει σε θάνατο.
Μάζεψαν λοιπόν έναν θεόρατο σωρό ξύλα στην αυλή του παλατιού κι ετοιμάστηκαν να την κάψουν. Κι ο βα σιλιάς στεκόταν ψηλά στο παραθύρι του και κοίταζε με μάτια δακρυσμένα, γιατί ακόμα την αγαπούσε. Κι όταν πια την έδεσαν στον πάσσαλο κι οι φλόγες έγλειφαν κατακόκκινες τα ρούχα της, τότε πέρασε και πέταξε μα κριά και το τελευταίο λεπτό των εφτά χρόνων. Φτερού γισμα ακούστηκε στον αέρα και δώδεκα κοράκια κατέ βηκαν από ψηλά χτυπώντας τις φτερούγες τους. Τη στιγ μή όμως που άγγιξαν τη γη, πήραν ξανά την αλλοτινή μορφή τους κι έγιναν δώδεκα παλικάρια. Ήταν τα δώ-

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 451 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, FR, RU, UA, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, HU, DA, FI, SE, BG |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 33,8 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 10.688 |
| Αριθμός γραμμάτων | 8.388 |
| Αριθμός ποινών | 120 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 1.894 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 15,78 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 342 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 18,1% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,384 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,833 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 118,9 |
| Άπαξ λεγόμενα | 498 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,43 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 15,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 27,0 |
| Αριθμός συλλαβών | 3.603 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,90 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 499 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 26,3% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 59,1% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 2,03 |
| Συνδετικές λέξεις | 107 |
| Αναφορική συνοχή | 0,015 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Βενιαμίν (12), Είναι (2), Όκι (2) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | Όκι - Βενιαμίν (1) |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |
















