Χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ράφτης, που είχε ένα γιο μικρούλη, σαν το δάχτυλο του χεριού μας. Και γι‘ αυτό τον έλεγαν Δαχτυλάκη. Ο Δαχτυλά κης όμως ήταν σπουδαίο παλικάρι και μια μέρα είπε στον πατέρα του: “ Πατέρα, θέλω πολύ να γυρίσω τον κό σμο». — «Εντάξει, παιδί μου», αποκρίθηκε ο γεροράφτης. Και πήρε μια σακοράφα, έσταξε πάνω της μια σταγόνα βουλοκέρι και την έδωσε στο γιο του: “ IIάρε κι ένα σπαθί μαζί σου στο ταξίδι». Πριν φύγει όμως ο Δαχτυλάκης, αποφάσισε να φάει για τελευταία φορά μαζί με τους δικούς του. Χοροπηδώντας λοιπόν πήγε στην κουζίνα, να δει τι καλά είχε μαγειρέψει η μάνα του. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και το τσουκάλι έβραζε στη φωτιά. “ Μανούλα, τι θα φάμε σήμερα;», ρώτησε ο μι κρός. „Ανέβα μονάχος σου να δεις», αποκρίθηκε η μάνα.
Πήδησε τότε ο Δαχτυλάκης πάνω στο μαγερειό και έσκυψε πάνω απ‘ το τσουκάλι: κι έτσι όπως είχε τεντώ σει το λαιμό του, τον πήρε ο ατμός του φαγητού και τον παρέσυρε ίσια μέσα στην καμινάδα κι απ την καμινάδα έξω στον αέρα. Για λίγο πέταξε μαζί με τα σύννεφα του καπνού κι ύστερα κατέβηκε και πάλι στη γη. Ξεκίνησε λοιπόν την περιπλάνηση του κι άρχισε να γυρνάει στον κόσμο. Μπήκε και στη δούλεψη ενός μάστορα, αλλά το φαγητό στο σπίτι του αφεντικού του καθόλου δεν του άρεσε. “ Κυρά-μαστόρισσα, αν δεν μας φτιάξεις καλύ τερο φαγητό», είπε ο Δαχτυλάκης, «εγώ θα φύγω. Κι αύριο το πρωί θα γράψω με κιμωλία στην πόρτα σου: πολλές οι πατάτες και λίγο το κρέας. Καλήν αντάμωση, κυρά-βασίλισσα της πατάτας!» — “ Και πού νομίζεις ότι θα πας βρε μυρμήγκι;», φώναξε η μαστόρισσα θυ μωμένη. Κι αρπάζοντας ένα ξεσκονόπανο άρχισε να τον κυνηγάει. Σαν αστραπή χώθηκε κάτω απ‘ τη δαχτυλήθρα ο Δαχτυλάκης. Κι ασφαλισμένος εκεί μέσα κοίταξε έξω κι έβγαλε τη γλώσσα του στη μαστόρισσα. Εκείνη σήκωσε τη δαχτυλήθρα κι ετοιμάστηκε να τον πιάσει, ο μικρούλης όμως σβέλτος κρύφτηκε ανάμεσα στις πετσέ τες. Κι όσο εκείνη τον έψαχνε στις πετσέτες, αυτός χώ θηκε στο συρτάρι κάτω απ‘ το τραπέζι. «Χα, χα! Κυράμαστόρισσα», την κορόιδεψε βγάζοντας έξω το κεφάλι του. Κι όταν η γυναίκα σήκωνε το χέρι να τον χτυπήσει, αυτός κρυβόταν μέσα στο συρτάρι. Με τα πολλά όμως τον έπιασε και τον πέταξε έξω απ‘ το σπίτι.
Ο Δαχτυλάκης δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, έφτασε σ‘ ένα μεγάλο δάσος: κι εκεί συνάντησε ληστές, που είχαν σκοπό να κλέψουν το θησαυρό τού βασιλιά. Όταν είδαν τον Δαχτυλάκη, είπαν αμέσως με το νου τους: “ Αυτός, έτσι μικρούλης που είναι, θα χωράει να περάσει μέσα απ την κλειδωνιά! Κι άμα μπει μέσα, θα μας ανοίξει την πόρτα». — «Ε, εσύ, γίγαντα!», τον φώ ναξαν. «Θέλεις νά ‚ρθεις μαζί μας, στο θησαυροφυλά κιο του βασιλιά; Θα τρυπώσεις μέσα απ‘ την κλειδωνιά και θα μας πετάξεις έξω τα φλουριά!» Ο Δαχτυλάκης το συλλογίστηκε και στο τέλος είπε: “ Ναι», και πήγε μαζί τους. Έφτασαν στο θησαυροφυλάκιο κι ο μικρούλης μας επιθεώρησε την πόρτα από πάνω μέχρι κάτω, για να βρει καμιά χαραματιά. Και πριν περάσει πολλή ώρα, βρήκε μια αρκετά μεγάλη, που τον χωρούσε να περάσει.
Αμέσως ετοιμάστηκε να χωθεί μέσα, τότε όμως τον πήρε χαμπάρι ο ένας από τους δυο φρουρούς, που φύλαγαν εκεί σκοπιά. Και είπε στον άλλον: “ Κοίτα μια αράχνη που περπατάει εδώ κάτω. Θα την πατήσω και θα τη λιώσω με την μπότα μου!» — «Άσ‘ το το κακόμοιρο το ζούδι!», του είπε ο άλλος. “ Δεν σού ‚κανε δα τίποτα». Κι έτσι ο Δαχτυλάκης πέρασε απ‘ τη χαραματιά χωρίς να πάθει τίποτα, χώθηκε στο θησαυροφυλάκιο, άνοιξε το παράθυρο κι άρχισε να πετάει ένα ένα τα φλουριά στους ληστές που περίμεναν από κάτω. Πάνω στη φούρια τής δουλειάς του, ο Δαχτυλάκης άκουσε τα βήματα τού βα σιλιά που πλησίαζε κι ήθελε να επιθεωρήσει τους θη σαυρούς του. Στα γρήγορα παράτησε τα φλουριά και κρύφτηκε. Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως ότι έλειπαν κάμποσα απ‘ τα χρυσά φλουριά του. Αλλά δεν μπορούσε να βάλει με το νου του ποιος τα είχε κλέψει και με ποιον τρόπο, αφού οι κλειδωνιές κι οι σύρτες ήταν στη θέση τους κι όλα ήταν απείραχτα. Βγήκε λοιπόν και είπε στους φρουρούς: «Κάποιος έχει βάλει το χρυσάφι στο μάτι!
Κοιτάτε να τον πιάσετε!» Όταν ο Δαχτυλάκης ξανάρ χισε τη δουλειά, άκουσαν οι δυο φρουροί τα φλουριά να κουνιούνται μέσα στο θησαυροφυλάκιο και να κουδουνί ζουν: Ντιν ντον, ντιν ντον! Όρμησαν γρήγορα μέσα να πιάσουν τον κλέφτη. Αλλά ο μικρούλης μας ήταν ακό μα πιο σβέλτος: πήδησε σε μια γωνιά και τράβηξε από πάνω του ένα μεγάλο φλουρί. Κοίταξαν από δω οι φρου ροί, κοίταξαν από κει, τίποτα. Κι ο Δαχτυλάκης τούς κορόιδευε κι από πάνω και τους φώναζε: “ Εδώ είμαι!» Έτρεχαν οι κακόμοιροι προς το μέρος της φωνής, εκεί νος όμως προλάβαινε και κρυβόταν κάτω από άλλο φλουρί, σε μιαν άλλη γωνιά και πάλι τους φώναζε: “ Εδώ είμαι! Δεν με βλέπετε;» Κι έτσι συνέχισαν να πηδάνε πότε στη μια γωνιά και πότε στην άλλη, όπου κρυβόταν ο Δαχτυλάκης, που τους κορόιδευε και τριγύ ριζε σαν τη σβούρα μέσα στο θησαυροφυλάκιο“ ώσπου τους τρέλανε και τους κούρασε τόσο πολύ που πια τα παράτησαν κι έφυγαν. Συνέχισε κι αυτός τότε τη δου λειά του κι ένα ένα πέταξε όλα τα φλουριά απ‘ το παρά θυρο: και το τελευταίο το σβούριξε μ όλη του τη δύ ναμη, και την ίδια στιγμή πήδησε και το καβάλησε.
Έτσι βγήκε πετώντας απ‘ το παράθυρο και κατέβηκε εκεί που περίμεναν οι ληστές. Αυτοί τον υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές. “ Είσαι σπουδαίο παλικάρι! Γενναίος ήρωας», του είπαν. “ Θέλεις να γίνεις αρχηγός μας;» Ο Δαχτυλάκης τους ευχαρίστησε αλλά δεν δέχτηκε, γιατί ήθελε πρώτα να γυρίσει τον κόσμο. Μοίρασαν τότε τα λάφυρα κι ο μικρούλης πήρε μόνο ένα δεκαράκι, γιατί περισσότερα δεν μπορούσε να κουβαλήσει. Υστερα ζώστηκε και πάλι το σπαθί του, αποχαιρέ τησε τους ληστές και τράβηξε το δρόμο του. Έπιασε δουλειά σε κάμποσους τεχνίτες, αλλά καμιά δεν του άρεσε: στο τέλος μπήκε υποταχτικός σ‘ έναν ξενοδόχο. Οι υπηρέτριες όμως δεν τον χώνευαν: γιατί δεν μπορού σαν να τον δουν, ενώ αυτός τις έβλεπε, όποια βρομοδουλειά κι αν έκαναν και πήγαινε και τά ‚λεγε όλα στ‘ αφεντικά του, ό,τι έκλεβαν απ‘ την κουζίνα κι απ‘ το κελάρι. Είπαν τότε μεταξύ τους: “ Κάτσε και θα δεις τι θα σε κάνουμε!» Κι αποφάσισαν να του κάνουν μια φάρσα. Κάποια μέρα, που μια απ‘ αυτές έκοβε το χόρτο στον κήπο, είδε τον Δα χτυλάκη να χοροπηδάει εκεί ανάμεσα. Τον άρπα ξε λοιπόν στα γρήγορα, τον τύλιξε μαζί με τα χόρτα σ‘ ένα μαντίλι και τον εριξε στο παχνι, οπου έτρωγαν οι αγελάδες. Και μια μεγάλη μαύρη αγε λάδα τον κατάπιε μαζί με τα χόρτα, χωρίς να τον πληγώσει και χωρίς να τον πονέσει. Ο μικρούλης έφτα σε στην κοιλιά της και καθόλου δεν του άρεσε, γιατί ήταν σκοτεινά κι ούτε ένα φωτάκι δεν έφεγγε. Κι όταν ήρθαν ν‘ αρμέξουν την αγελάδα ο Δαχτυλάκης από μέ σα βάλθηκε να φωνάζει: «Μπαταμπίμ, μπαταμπάς, μήπως γέμισε ο κουβάς;»
Μέσα στη φασαρία της δουλειάς όμως κανένας δεν τον άκουσε. Λίγο πιο ύστερα μπήκε κι ο αφέντης στο στάβλο και είπε: “ Αυτήν εκεί την αγελάδα θα τη σφά ξουμε αύριο». Τον Δαχτυλάκη τότε τον ζώσανε τα φί δια κι άρχισε να φωνάζει μ‘ όλη του τη δύναμη: “ Βγάλ τε με πρώτα κι ύστερα τη σφάζετε!» Ο αφέντης τον άκουσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πούθε ερ χόταν η φωνή. “ Πού είσαι;», ρώτησε. «Μέσα στη μαυρούλα!», απάντησε ο μικρούλης. Ο αφέντης του όμως δεν κατάλαβε κι έφυγε. Την άλλη μέρα το πρωί την έσφαξαν την αγελάδα. Ευτυχώς ο Δαχτυλάκης δεν έπαθε τίποτα απ‘ τα μα χαίρια και τους μπαλτάδες. Κι όταν ήρθαν οι χασάπηδες να φτιάξουν με το κρέας λου κάνικα, βάλθηκε να ουρλιά ζει μ‘ όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του: «Μην κόβετε πολύ βαθιά, μην κόβετε πολύ βαθιά! Είμαι κι εγώ εδώ!»
Αλλά με το θόρυβο που έκαναν ταχασαπομάχαιρα πάνο^ στις τάβλες, κανείς δεν τον άκουγε. Τα πράγματα λοιπόν ήταν πολύ δύσκολα για τον Δαχτυλάκη. Αλλά στα δύσκολα φαίνεται το παλικάρι: ο Δαχτυλάκης άρχισε να χοροπη δάει και να τρέχει πότε από δω και πότε από κει με τόση γρηγοράδα που τα μαχαίρια δεν τού ‚κοψαν ούτε τρίχα. Και τα κατάφερε να γλιτώσει και να βγει ζωντανός απ‘ αυ τήν την περιπέτεια. Αλλά δεν μπόρεσε και να ξεφύγει τε λείως: μαζί με τα κομματάκια το κρέας, τον έχωσαν σ‘ ένα μεγάλο χωριάτικο λουκάνικο. Πολύ στενάχωρα ήταν εκεί μέσα. Άσε που το λουκάνικο το κρέμασαν πάνω απ το τζάκι, για να καπνιστεί, κι ο Δαχτυλάκης βαρέθηκε τη ζωή του. Τέλος πάντων το χειμώνα τον κατέβασαν, γιατί κάποιος πελάτης παράγγειλε το λουκάνικο να το φάει. Και όταν η γυναίκα τού αφέντη έπιασε να κόβει το λουκάνικο φέτες, πρόσεξε να μην τεντώνει και πολύ το λαιμό του και τού τον κόψει μαζί κι αυτόν. Με τα πολλά είδε φως κι αρπάζοντας την ευκαιρία πήρε φόρα και πήδησε έξω.
Αλλά δεν ήθελε πια να μείνει στο σπίτι όπου είχε πε ράσει τόσα βάσανα. Ξεκίνησε λοιπόν αμέσως για και νούργια ταξίδια. Η ελευθερία του όμως δεν κράτησε και πολύ. Εκεί που προχωρούσε στο λιβάδι, συνάντησε μια αλεπού που άνοιξε το στόμα της και τον έχαψε. “ Ε, κυρά-Μαριώ», της φώναξε ο μικρούλης. “ Εγώ είμαι, που στάθηκα στο λαιμό σου. Άσε με πάλι να βγώ, έτσι κι αλλιώς μ‘ εμένα δεν μπορείς να χορτάσεις». — «Δίκιο έχεις», αποκρίθηκε η αλεπού. «Εσύ δεν είσαι ούτε μια μπουκιά. Αν μου τάξεις τις κότες τού πα τέρα σου, θα σ‘ αφήσω να βγεις». — «Μ όλη μου την καρδιά „, είπε τότε ο Δαχτυλάκης. «Οι κότες είναι δι κές σου, σου δίνω το λόγο μου». Η αλεπού τότε άνοιξε

Πληροφορίες για επιστημονική ανάλυση
Δείκτης | αξία |
|---|---|
| αριθμός | KHM 45 |
| Δείκτης Aarne-Thompson-Uther | ATU Typ 700 |
| Μεταφράσεις | EN, ZH, ES, RU, CZ, PT, JA, DE, VI, TR, IT, PL, NL, HU, DA, FI, BG, SK, NO |
| Δείκτης αναγνωσιμότητας από τον Björnsson | 34,2 |
| Αριθμός χαρακτήρων | 8.902 |
| Αριθμός γραμμάτων | 6.972 |
| Αριθμός ποινών | 107 |
| Καταμέτρηση λέξεων | 1.570 |
| Μέσες λέξεις ανά πρόταση | 14,67 |
| Λέξεις με περισσότερα από 6 γράμματα | 307 |
| Ποσοστό μακρύς λέξεων | 19,6% |
| Αναλογία τύπων-λεκτικών μονάδων (TTR) | 0,401 |
| Κινητός μέσος της αναλογίας τύπων-λεκτικών μονάδων (MATTR) | 0,845 |
| Μέτρο κειμενικής λεξικής ποικιλίας (MTLD) | 123,5 |
| Άπαξ λεγόμενα | 431 |
| Μέσο μήκος λέξης | 4,44 |
| Διάμεσος μήκους πρότασης | 13,0 |
| 90ό εκατοστημόριο μήκους πρότασης | 26,8 |
| Αριθμός συλλαβών | 2.974 |
| Μέσες συλλαβές ανά λέξη | 1,89 |
| Λέξεις με τρεις συλλαβές | 392 |
| Ποσοστό λέξεων με τρεις συλλαβές | 25,0% |
| Ποσοστό άμεσου λόγου | 50,1% |
| Συντακτική πολυπλοκότητα | 1,88 |
| Συνδετικές λέξεις | 80 |
| Αναφορική συνοχή | 0,012 |
| Υποψήφιοι χαρακτήρες/ονόματα | Δαχτυλάκης (17), Δαχτυλάκη (4), Εδώ (2) |
| Δίκτυο συν-εμφάνισης χαρακτήρων | Δαχτυλάκης - Εδώ (1) |
| Υποψήφια μοτίβα/ετικέτες | Αδελφοί Γκριμ |

















